Φιλοκτήτης
219 ἰὼ ξένοι ,
220 τίνες ποτ’ ἐς γῆν τήνδε κἀκ ποίας πάτρας
221 κατέσχετ’ οὔτ’ εὔορμον οὔτ’ οἰκουμένην ;
222 ποίας ἂν ὑμᾶς πατρίδος γένους ποτὲ
223 τύχοιμ’ ἂν εἰπών ; σχῆμα μὲν γὰρ Ἑλλάδος
224 στολῆς ὑπάρχει προσφιλεστάτης ἐμοί ·
225 φωνῆς δ’ ἀκοῦσαι βούλομαι · καὶ μή μ’ ὄκνῳ
226 δείσαντες ἐκπλαγῆτ’ ἀπηγριωμένον ,
227 ἀλλ’ οἰκτίσαντες ἄνδρα δύστηνον , μόνον ,
228 ἔρημον ὧδε κἄφιλον κακούμενον ,
229 φωνήσατ’ , εἴπερ ὡς φίλοι προσήκετε .
230 ἀλλ’ ἀνταμείψασθ’ · οὐ γὰρ εἰκὸς οὔτ’ ἐμὲ
231 ὑμῶν ἁμαρτεῖν τοῦτό γ’ οὔθ’ ὑμᾶς ἐμοῦ .
Νεοπτόλεμος
232 ἀλλ’ , ξέν’ , ἴσθι τοῦτο πρῶτον , οὕνεκα
233 Ἕλληνές ἐσμεν · τοῦτο γὰρ βούλει μαθεῖν .
Φιλοκτήτης
234 φίλτατον φώνημα · φεῦ τὸ καὶ λαβεῖν
235 πρόσφθεγμα τοιοῦδ’ ἀνδρὸς ἐν χρόνῳ μακρῷ .
236 τίς σ’ , τέκνον , προσέσχε , τίς προσήγαγεν
237 χρεία ; τίς ὁρμή ; τίς ἀνέμων φίλτατος ;
238 γέγωνέ μοι πᾶν τοῦθ’ , ὅπως εἰδῶ τίς εἶ .
Νεοπτόλεμος
239 ἐγὼ γένος μέν εἰμι τῆς περιρρύτου
240 Σκύρου · πλέω δ’ ἐς οἶκον · αὐδῶμαι δὲ παῖς
241 Ἀχιλλέως , Νεοπτόλεμος . οἶσθα δὴ τὸ πᾶν .