Ὀδυσσεύς
107 οὔ , μὴ δόλῳ λαβόντα γ’ , ὡς ἐγὼ λέγω .
Νεοπτόλεμος
108 οὐκ αἰσχρὸν ἡγεῖ δῆτα τὸ ψευδῆ λέγειν ;
Ὀδυσσεύς
109 οὔκ , εἰ τὸ σωθῆναί γε τὸ ψεῦδος φέρει .
Νεοπτόλεμος
110 πῶς οὖν βλέπων τις ταῦτα τολμήσει λακεῖν ;
Ὀδυσσεύς
111 ὅταν τι δρᾷς εἰς κέρδος , οὐκ ὀκνεῖν πρέπει .
Νεοπτόλεμος
112 κέρδος δ’ ἐμοὶ τί τοῦτον ἐς Τροίαν μολεῖν ;
Ὀδυσσεύς
113 αἱρεῖ τὰ τόξα ταῦτα τὴν Τροίαν μόνα .
Νεοπτόλεμος
114 οὐκ ἆρ’ πέρσων , ὡς ἐφάσκετ’ , εἴμ’ ἐγώ ;
Ὀδυσσεύς
115 οὔτ’ ἂν σὺ κείνων χωρὶς οὔτ’ ἐκεῖνα σοῦ .
Νεοπτόλεμος
116 θηρατέ’ οὖν γίγνοιτ’ ἄν , εἴπερ ὧδ’ ἔχει .
Ὀδυσσεύς
117 ὡς τοῦτό γ’ ἔρξας δύο φέρει δωρήματα .
Νεοπτόλεμος
118 ποίω ; μαθὼν γὰρ οὐκ ἂν ἀρνοίμην τὸ δρᾶν .
Ὀδυσσεύς
119 σοφός τ’ ἂν αὑτὸς κἀγαθὸς κεκλῇ’ ἅμα .
Νεοπτόλεμος
120 ἴτω · ποήσω , πᾶσαν αἰσχύνην ἀφείς .
Ὀδυσσεύς
121 μνημονεύεις οὖν σοι παρῄνεσα ;
Νεοπτόλεμος
122 σάφ’ ἴσθ’ , ἐπείπερ εἰσάπαξ συνῄνεσα .