Ἠλέκτρα
1346 τίς οὗτός ἐστ’ , ἀδελφέ ; πρὸς θεῶν φράσον .
Ὀρέστης
1347 οὐχὶ ξυνίης ;
Ἠλέκτρα
οὐδέ γ’ ἐς θυμὸν φέρω .
Ὀρέστης
1348 οὐκ οἶσθ’ ὅτῳ μ’ ἔδωκας εἰς χέρας ποτέ ;
Ἠλέκτρα
1349 ποίῳ ; τί φωνεῖς ;
Ὀρέστης
οὗ τὸ Φωκέων πέδον
1350 ὑπεξεπέμφθην σῇ προμηθίᾳ χεροῖν .
Ἠλέκτρα
1351 κεῖνος οὗτος , ὅν ποτ’ ἐκ πολλῶν ἐγὼ
1352 μόνον προσηῦρον πιστὸν ἐν πατρὸς φόνῳ ;
Ὀρέστης
1353 ὅδ’ ἐστί · μή μ’ ἔλεγχε πλείοσιν λόγοις .
Ἠλέκτρα
1354 φίλτατον φῶς , μόνος σωτὴρ δόμων
1355 Ἀγαμέμνονος , πῶς ἦλθες ; σὺ κεῖνος εἶ ,
1356 ὃς τόνδε κἄμ’ ἔσωσας ἐκ πολλῶν πόνων ;
1357 φίλταται μὲν χεῖρες , ἥδιστον δ’ ἔχων
1358 ποδῶν ὑπηρέτημα , πῶς οὕτω πάλαι
1359 ξυνών μ’ ἔληθες οὐδ’ ἔφαινες , ἀλλά με
1360 λόγοις ἀπώλλυς , ἔργ’ ἔχων ἥδιστ’ ἐμοί ;
1361 χαῖρ’ , πάτερ · πατέρα γὰρ εἰσορᾶν δοκῶ ·
1362 χαῖρ’ · ἴσθι δ’ ὡς μάλιστά σ’ ἀνθρώπων ἐγὼ
1363 ἤχθηρα κἀφίλησ’ ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ .