Ἠλέκτρα
1192 τοῖς πατρός · εἶτα τοῖσδε δουλεύω βίᾳ .
Ὀρέστης
1193 τίς γάρ σ’ ἀνάγκῃ τῇδε προτρέπει βροτῶν ;
Ἠλέκτρα
1194 μήτηρ καλεῖται , μητρὶ δ’ οὐδὲν ἐξισοῖ .
Ὀρέστης
1195 τί δρῶσα ; πότερα χερσὶν λύμῃ βίου ;
Ἠλέκτρα
1196 καὶ χερσὶ καὶ λύμαισι καὶ πᾶσιν κακοῖς .
Ὀρέστης
1197 οὐδ’ οὑπαρήξων οὐδ’ κωλύσων πάρα ;
Ἠλέκτρα
1198 οὐ δῆθ’ . ὃς ἦν γάρ μοι σὺ προὔθηκας σποδόν .
Ὀρέστης
1199 δύσποτμ’ , ὡς ὁρῶν σ’ ἐποικτίρω πάλαι .
Ἠλέκτρα
1200 μόνος βροτῶν νυν ἴσθ’ ἐποικτίρας ποτέ .
Ὀρέστης
1201 μόνος γὰρ ἥκω τοῖς ἴσοις ἀλγῶν κακοῖς .
Ἠλέκτρα
1202 οὐ δή ποθ’ ἡμῖν ξυγγενὴς ἥκεις ποθέν ;
Ὀρέστης
1203 ἐγὼ φράσαιμ’ ἄν , εἰ τὸ τῶνδ’ εὔνουν πάρα .
Ἠλέκτρα
1204 ἀλλ’ ἐστὶν εὔνουν , ὥστε πρὸς πιστὰς ἐρεῖς .
Ὀρέστης
1205 μέθες τόδ’ ἄγγος νῦν , ὅπως τὸ πᾶν μάθῃς .
Ἠλέκτρα
1206 μὴ δῆτα πρὸς θεῶν τοῦτό μ’ ἐργάσῃ , ξένε .
Ὀρέστης
1207 πείθου λέγοντι κοὐχ ἁμαρτήσει ποτέ .
Ἠλέκτρα
1208 μή , πρὸς γενείου , μὴ ’ξέλῃ τὰ φίλτατα .
Ὀρέστης
1209 οὔ φημ’ ἐάσειν .
Ἠλέκτρα
τάλαιν’ ἐγὼ σέθεν ,
1210 Ὀρέστα , τῆς σῆς εἰ στερήσομαι ταφῆς .
Ὀρέστης
1211 εὔφημα φώνει · πρὸς δίκης γὰρ οὐ στένεις .