Ὀρέστης
1097 ἆρ’ , γυναῖκες , ὀρθά τ’ εἰσηκούσαμεν
1098 ὀρθῶς θ’ ὁδοιποροῦμεν ἔνθα χρῄζομεν ;
Χορός
1100 τί δ’ ἐξερευνᾷς καὶ τί βουληθεὶς πάρει ;
Ὀρέστης
1101 Αἴγισθον ἔνθ’ ᾤκηκεν ἱστορῶ πάλαι .
Χορός
1102 ἀλλ’ εὖ θ’ ἱκάνεις χὠ φράσας ἀζήμιος .
Ὀρέστης
1103 τίς οὖν ἂν ὑμῶν τοῖς ἔσω φράσειεν ἂν
1104 ἡμῶν ποθεινὴν κοινόπουν παρουσίαν ;
Χορός
1105 ἥδ’ , εἰ τὸν ἄγχιστόν γε κηρύσσειν χρεών .
Ὀρέστης
1106 ἴθ’ , γύναι , δήλωσον εἰσελθοῦσ’ ὅτι
1107 Φωκῆς ματεύουσ’ ἄνδρες Αἴγισθόν τινες ,
Ἠλέκτρα
1108 οἴμοι τάλαιν’ , οὐ δή ποθ’ ἧς ἠκούσαμεν
1109 φήμης φέροντες ἐμφανῆ τεκμήρια ;
Ὀρέστης
1110 οὐκ οἶδα τὴν σὴν κληδόν’ · ἀλλά μοι γέρων
1111 ἐφεῖτ’ Ὀρέστου Στρόφιος ἀγγεῖλαι πέρι .
Ἠλέκτρα
1112 τί δ’ ἔστιν , ξέν’ ; ὥς μ’ ὑπέρχεται φόβος .
Ὀρέστης
1113 φέροντες αὐτοῦ σμικρὰ λείψαν’ ἐν βραχεῖ
1114 τεύχει θανόντος , ὡς ὁρᾷς , κομίζομεν .
Ἠλέκτρα
1115 οἲ ’γὼ τάλαινα , τοῦτ’ ἐκεῖν’ ἤδη σαφὲς
1116 πρόχειρον ἄχθος , ὡς ἔοικε , δέρκομαι .
Ὀρέστης
1117 εἴπερ τι κλαίεις τῶν Ὀρεστείων κακῶν ,
1118 τόδ’ ἄγγος ἴσθι σῶμα τοὐκείνου στέγον .