Χορός
990 ἐν τοῖς τοιούτοις ἐστὶν προμηθία
991 καὶ τῷ λέγοντι καὶ κλύοντι σύμμαχος .
Χρυσόθεμις
992 καὶ πρίν γε φωνεῖν , γυναῖκες , εἰ φρενῶν
993 ἐτύγχαν’ αὕτη μὴ κακῶν , ἐσῴζετ’ ἂν
994 τὴν εὐλάβειαν , ὥσπερ οὐχὶ σῴζεται .
995 ποῖ γάρ ποτ’ ἐμβλέψασα τοιοῦτον θράσος
996 αὐτή θ’ ὁπλίζει κἄμ’ ὑπηρετεῖν καλεῖς ;
997 οὐκ εἰσορᾷς ; γυνὴ μὲν οὐδ’ ἀνὴρ ἔφυς ,
998 σθένεις δ’ ἔλασσον τῶν ἐναντίων χερί .
999 δαίμων δὲ τοῖς μὲν εὐτυχεῖ καθ’ ἡμέραν ,
1000 ἡμῖν δ’ ἀπορρεῖ κἀπὶ μηδὲν ἔρχεται .
1001 τίς οὖν τοιοῦτον ἄνδρα βουλεύων ἑλεῖν
1002 ἄλυπος ἄτης ἐξαπαλλαχθήσεται ;
1003 ὅρα κακῶς πράσσοντε μὴ μείζω κακὰ
1004 κτησώμεθ’ , εἴ τις τούσδ’ ἀκούσεται λόγους .
1005 λύει γὰρ ἡμῖν οὐδὲν οὐδ’ ἐπωφελεῖ
1006 βάξιν καλὴν λαβόντε δυσκλεῶς θανεῖν .
1007 οὐ γὰρ θανεῖν ἔχθιστον , ἀλλ’ ὅταν θανεῖν
1008 χρῄζων τις εἶτα μηδὲ τοῦτ’ ἔχῃ λαβεῖν .
1009 ἀλλ’ ἀντιάζω , πρὶν πανωλέθρους τὸ πᾶν
1010 ἡμᾶς τ’ ὀλέσθαι κἀξερημῶσαι γένος ,
1011 κατάσχες ὀργήν . καὶ τὰ μὲν λελεγμένα
1012 ἄρρητ’ ἐγώ σοι κἀτελῆ φυλάξομαι ,
1013 αὐτὴ δὲ νοῦν σχὲς ἀλλὰ τῷ χρόνῳ ποτέ ,
1014 σθένουσα μηδὲν τοῖς κρατοῦσιν εἰκαθεῖν .