Θησεύς
1751 παύετε θρήνων , παῖδες · ἐν οἷς γὰρ
1752 χάρις χθονία ξύν’ ἀπόκειται ,
1753 πενθεῖν οὐ χρή · νέμεσις γάρ .
Ἀντιγόνη
1754 τέκνον Αἰγέως , προσπίτνομέν σοι .
Θησεύς
1755 τίνος , παῖδες , χρείας ἀνύσαι ;
Ἀντιγόνη
1756 τύμβον θέλομεν προσιδεῖν αὐταὶ πατρὸς ἡμετέρου .
Θησεύς
1757 ἀλλ’ οὐ θεμιτόν .
Ἀντιγόνη
1758 πῶς εἶπας , ἄναξ , κοίραν’ Ἀθηνῶν ;
Θησεύς
1760 παῖδες , ἀπεῖπεν ἐμοὶ κεῖνος
1761 μήτε πελάζειν ἐς τούσδε τόπους
1762 μήτ’ ἐπιφωνεῖν μηδένα θνητῶν
1763 θήκην ἱεράν , ἣν κεῖνος ἔχει .
1764 καὶ ταῦτά μ’ ἔφη πράσσοντα καλῶς
1765 χώραν ἕξειν αἰὲν ἄλυπον .
1766 ταῦτ’ οὖν ἔκλυεν δαίμων ἡμῶν
1767 χὠ πάντ’ ἀΐων Διὸς Ὅρκος .
Ἀντιγόνη
1768 ἀλλ’ εἰ τάδ’ ἔχει κατὰ νοῦν κείνῳ ,
1769 ταῦτ’ ἂν ἀπαρκοῖ · Θήβας δ’ ἡμᾶς
1770 τὰς ὠγυγίους πέμψον , ἐάν πως
1771 διακωλύσωμεν ἰόντα φόνον
1772 τοῖσιν ὁμαίμοις .
Θησεύς
1773 δράσω καὶ τάδε καὶ πάνθ’ ὁπόσ’ ἂν
1774 μέλλω πράσσειν πρόσφορά θ’ ὑμῖν
1775 καὶ τῷ κατὰ γῆς , ὃς νέον ἔρρει ,
1776 πρὸς χάριν · οὐ δεῖ μ’ ἀποκάμνειν .
Χορός
1777 ἀλλ’ ἀποπαύετε μηδ’ ἐπὶ πλείω
1778 θρῆνον ἐγείρετε ·
1779 πάντως γὰρ ἔχει τάδε κῦρος .