Ἀντιγόνη
1696 πόθος τοὶ καὶ κακῶν ἄρ’ ἦν τις .
1700 καὶ γὰρ μηδαμὰ δὴ φίλον ἦν φίλον ,
1701 ὁπότε γε καὶ τὸν ἐν χεροῖν κατεῖχον .
1702 πάτερ , φίλος ,
1703 τὸν ἀεὶ κατὰ γᾶς σκότον εἱμένος ·
1704 οὐδέ γ’ ἔνερθ’ ἀφίλητος ἐμοί ποτε
1705 καὶ τᾷδε μὴ κυρήσῃς .
Χορός
1706 ἔπραξεν ;
Ἀντιγόνη
ἔπραξεν οἷον ἤθελεν .
Χορός
1707 τὸ ποῖον ;
Ἀντιγόνη
ἇς ἔχρῃζε γᾶς ἐπὶ ξένας
1708 ἔθανε · κοίταν δ’ ἔχει
1708a νέρθεν εὐσκίαστον αἰέν ,
1709 οὐδὲ πένθος ἔλιπ’ ἄκλαυτον .
1709a ἀνὰ γὰρ ὄμμα σε τόδ’ , πάτερ , ἐμὸν
1710 στένει δακρῦον , οὐδ’ ἔχω
1711 πῶς με χρὴ τὸ σὸν τάλαιναν
1712 ἀφανίσαι τοσόνδ’ ἄχος .
1713 ὤμοι , γᾶς ἐπὶ ξένας θανεῖν ἔχρῃζες ἀλλ’
1714 ἔρημος ἔθανες ὧδέ μοι .
Ἰσμήνη
1715 τάλαινα , τίς ἄρα με πότμος αὖθις ὧδ’
1716 { ... }
1717 { ... }
1719 ἐπαμμένει σέ τ’ , φίλα , τὰς πατρὸς ὧδ’ ἐρήμας ;
Χορός
1720 ἀλλ’ ἐπεὶ ὀλβίως γ’ ἔλυσεν
1721 τὸ τέλος , φίλαι , βίου ,
1722 λήγετε τοῦδ’ ἄχους · κακῶν γὰρ δυσάλωτος οὐδείς .