Οἰδίπους
1518 ἐγὼ διδάξω , τέκνον Αἰγέως , σοι
1519 γήρως ἄλυπα τῇδε κείσεται πόλει .
1520 χῶρον μὲν αὐτὸς αὐτίκ’ ἐξηγήσομαι ,
1521 ἄθικτος ἡγητῆρος , οὗ με χρὴ θανεῖν .
1522 τοῦτον δὲ φράζε μή ποτ’ ἀνθρώπων τινί ,
1523 μήθ’ οὗ κέκευθε μήτ’ ἐν οἷς κεῖται τόποις ·
1524 ὥς σοι πρὸ πολλῶν ἀσπίδων ἀλκὴν ὅδε
1525 δορός τ’ ἐπακτοῦ γειτονῶν ἀεὶ τιθῇ .
1526 δ’ ἐξάγιστα μηδὲ κινεῖται λόγῳ ,
1527 αὐτὸς μαθήσει , κεῖσ’ ὅταν μόλῃς μόνος ·
1528 ὡς οὔτ’ ἂν ἀστῶν τῶνδ’ ἂν ἐξείποιμί τῳ
1529 οὔτ’ ἂν τέκνοισι τοῖς ἐμοῖς , στέργων ὅμως .
1530 ἀλλ’ αὐτὸς αἰεὶ σῷζε , χὤταν εἰς τέλος
1531 τοῦ ζῆν ἀφικνῇ , τῷ προφερτάτῳ μόνῳ
1532 σήμαιν’ , δ’ αἰεὶ τὠπιόντι δεικνύτω .
1533 χοὔτως ἀδῇον τήνδ’ ἐνοικήσεις πόλιν
1534 σπαρτῶν ἀπ’ ἀνδρῶν · αἱ δὲ μυρίαι πόλεις ,
1535 κἂν εὖ τις οἰκῇ , ῥᾳδίως καθύβρισαν .
1536 θεοὶ γὰρ εὖ μέν , ὀψὲ δ’ εἰσορῶσ’ , ὅταν
1537 τὰ θεῖ’ ἀφείς τις εἰς τὸ μαίνεσθαι τραπῇ ·
1538 μὴ σύ , τέκνον Αἰγέως , βούλου παθεῖν .
1539 τὰ μὲν τοιαῦτ’ οὖν εἰδότ’ ἐκδιδάσκομεν .
1540 χῶρον δ’ , ἐπείγει γάρ με τοὐκ θεοῦ παρόν ,
1541 στείχωμεν ἤδη μηδ’ ἔτ’ ἐντρεπώμεθα .
1542 παῖδες , ὧδ’ ἕπεσθ’ · ἐγὼ γὰρ ἡγεμὼν
1543 σφῷν αὖ πέφασμαι καινός , ὥσπερ σφὼ πατρί .
1544 χωρεῖτε καὶ μὴ ψαύετ’ , ἀλλ’ ἐᾶτέ με
1545 αὐτὸν τὸν ἱερὸν τύμβον ἐξευρεῖν , ἵνα
1546 μοῖρ’ ἀνδρὶ τῷδε τῇδε κρυφθῆναι χθονί .
1547 τῇδ’ ὧδε , τῇδε βᾶτε · τῇδε γάρ μ’ ἄγει
1548 Ἑρμῆς πομπὸς τε νερτέρα θεός .
1549 φῶς ἀφεγγές , πρόσθε πού ποτ’ ἦσθ’ ἐμόν ,
1550 νῦν δ’ ἔσχατόν σου τοὐμὸν ἅπτεται δέμας .
1551 ἤδη γὰρ ἕρπω τὸν τελευταῖον βίον
1552 κρύψων παρ’ Ἅιδην . ἀλλά , φίλτατε ξένων ,
1553 αὐτός τε χώρα θ’ ἥδε πρόσπολοί τε σοὶ
1554 εὐδαίμονες γένοισθε , κἀπ’ εὐπραξίᾳ
1555 μέμνησθέ μου θανόντος εὐτυχεῖς ἀεί .