Χορός
838 τὴν παῖδα θᾶσσον .
Κρέων
μὴ ’πίτασσ’ μὴ κρατεῖς .
Χορός
840 χαλᾶν λέγω σοι .
Κρέων
σοὶ δ’ ἔγωγ’ ὁδοιπορεῖν .
Χορός
841 πρόβαθ’ ὧδε , βᾶτε βᾶτ’ , ἔντοποι ·
842 πόλις ἐναίρεται , πόλις ἐμά , σθένει · πρόβαθ’ ὧδέ μοι .
Ἀντιγόνη
843 ἀφέλκομαι δύστηνος , ξένοι ξένοι .
Οἰδίπους
844 ποῦ , τέκνον , εἴ μοι ;
Ἀντιγόνη
πρὸς βίαν πορεύομαι .
Οἰδίπους
845 ὄρεξον , παῖ , χεῖρας .
Ἀντιγόνη
ἀλλ’ οὐδὲν σθένω .
Κρέων
846 οὐκ ἄξεθ’ ὑμεῖς ;
Οἰδίπους
τάλας ἐγώ , τάλας .
Κρέων
848 οὔκουν ποτ’ ἐκ τούτοιν γε μὴ σκήπτροιν ἔτι
849 ὁδοιπορήσῃς · ἀλλ’ ἐπεὶ νικᾶν θέλεις
850 πατρίδα τε τὴν σὴν καὶ φίλους , ὑφ’ ὧν ἐγὼ
851 ταχθεὶς τάδ’ ἔρδω , καὶ τύραννος ὢν ὅμως ,
852 νίκα . χρόνῳ γάρ , οἶδ’ ἐγώ , γνώσει τάδε ,
853 ὁθούνεκ’ αὐτὸς αὑτὸν οὔτε νῦν καλὰ
854 δρᾷς οὔτε πρόσθεν εἰργάσω βίᾳ φίλων ,
855 ὀργῇ χάριν δούς , σ’ ἀεὶ λυμαίνεται .
Χορός
856 ἐπίσχες αὐτοῦ , ξεῖνε .
Κρέων
μὴ ψαύειν λέγω .
Χορός
857 οὔτοι σ’ ἀφήσω , τῶνδέ γ’ ἐστερημένος .