Οἰδίπους
337 πάντ’ ἐκείνω τοῖς ἐν Αἰγύπτῳ νόμοις
338 φύσιν κατεικασθέντε καὶ βίου τροφάς ·
339 ἐκεῖ γὰρ οἱ μὲν ἄρσενες κατὰ στέγας
340 θακοῦσιν ἱστουργοῦντες , αἱ δὲ σύννομοι
341 τἄξω βίου τροφεῖα πορσύνουσ’ ἀεί .
342 σφῷν δ’ , τέκν’ , οὓς μὲν εἰκὸς ἦν πονεῖν τάδε ,
343 κατ’ οἶκον οἰκουροῦσιν ὥστε παρθένοι ,
344 σφὼ δ’ ἀντ’ ἐκείνων τἀμὰ δυστήνου κακὰ
345 ὑπερπονεῖτον . μὲν ἐξ ὅτου νέας
346 τροφῆς ἔληξε καὶ κατίσχυσεν δέμας ,
347 ἀεὶ μεθ’ ἡμῶν δύσμορος πλανωμένη
348 γερονταγωγεῖ , πολλὰ μὲν κατ’ ἀγρίαν
349 ὕλην ἄσιτος νηλίπους τ’ ἀλωμένη ,
350 πολλοῖσι δ’ ὄμβροις ἡλίου τε καύμασιν
351 μοχθοῦσα τλήμων δεύτερ’ ἡγεῖται τὰ τῆς
352 οἴκοι διαίτης , εἰ πατὴρ τροφὴν ἔχοι .
353 σὺ δ’ , τέκνον , πρόσθεν μὲν ἐξίκου πατρὶ
354 μαντεῖ’ ἄγουσα πάντα , Καδμείων λάθρᾳ ,
355 τοῦδ’ ἐχρήσθη σώματος , φύλαξ τέ μου
356 πιστὴ κατέστης , γῆς ὅτ’ ἐξηλαυνόμην ·
357 νῦν δ’ αὖ τίν’ ἥκεις μῦθον , Ἰσμήνη , πατρὶ
358 φέρουσα ; τίς σ’ ἐξῆρεν οἴκοθεν στόλος ;
359 ἥκεις γὰρ οὐ κενή γε , τοῦτ’ ἐγὼ σαφῶς
360 ἔξοιδα , μὴ οὐχὶ δεῖμ’ ἐμοὶ φέρουσά τι .