Κρέων
1271 οἴμοι ,
1272 ἔχω μαθὼν δείλαιος · ἐν δ’ ἐμῷ κάρᾳ
1273 θεὸς τότ’ ἄρα τότε μέγα βάρος μ’ ἔχων
1274 ἔπαισεν , ἐν δ’ ἔσεισεν ἀγρίαις ὁδοῖς ,
1275 οἴμοι , λακπάτητον ἀντρέπων χαράν .
1276 φεῦ φεῦ , πόνοι βροτῶν δύσπονοι .
Ἐξάγγελος
1278 δέσποθ’ , ὡς ἔχων τε καὶ κεκτημένος ,
1279 τὰ μὲν πρὸ χειρῶν τάδε φέρων , τὰ δ’ ἐν δόμοις
1280 ἔοικας ἥκειν καὶ τάχ’ ὄψεσθαι κακά .
Κρέων
1281 τί δ’ ἔστιν αὖ κάκιον ἐκ κακῶν ἔτι ;
Ἐξάγγελος
1282 γυνὴ τέθνηκε , τοῦδε παμμήτωρ νεκροῦ ,
1283 δύστηνος , ἄρτι νεοτόμοισι πλήγμασιν .
Κρέων
1284 ἰώ .
1284a ἰὼ δυσκάθαρτος Ἅιδου λιμήν ,
1285 τί μ’ ἄρα τί μ’ ὀλέκεις ;
1286 κακάγγελτά μοι
1287 προπέμψας ἄχη , τίνα θροεῖς λόγον ;
1288 αἰαῖ , ὀλωλότ’ ἄνδρ’ ἐπεξειργάσω .
1289 τί φής , παῖ ; τίν’ αὖ λέγεις μοι νέον ,
1290 αἰαῖ αἰαῖ ,
1291 σφάγιον ἐπ’ ὀλέθρῳ
1292 γυναικεῖον ἀμφικεῖσθαι μόρον ;
Χορός
1293 ὁρᾶν πάρεστιν · οὐ γὰρ ἐν μυχοῖς ἔτι .