Χορός
817 οὐκοῦν κλεινὴ καὶ ἔπαινον ἔχουσ’
818 ἐς τόδ’ ἀπέρχει κεῦθος νεκύων ,
819 οὔτε φθινάσιν πληγεῖσα νόσοις
820 οὔτε ξιφέων ἐπίχειρα λαχοῦσ’ ,
821 ἀλλ’ αὐτόνομος ζῶσα μόνη δὴ
822 θνητῶν Ἅιδην καταβήσει .
Ἀντιγόνη
823 ἤκουσα δὴ λυγροτάταν ὀλέσθαι τὰν Φρυγίαν ξέναν
825 Ταντάλου Σιπύλῳ πρὸς ἄκρῳ , τὰν κισσὸς ὡς ἀτενὴς
826 πετραία βλάστα δάμασεν , καί νιν ὄμβροι τακομέναν ,
827 ὡς φάτις ἀνδρῶν ,
830 χιών τ’ οὐδαμὰ λείπει , τέγγει δ’ ὑπ’ ὀφρύσι παγκλαύτοις
831 δειράδας · με δαίμων ὁμοιοτάταν κατευνάζει .
Χορός
834 ἀλλὰ θεός τοι καὶ θεογεννής ,
835 ἡμεῖς δὲ βροτοὶ καὶ θνητογενεῖς .
836 καίτοι φθιμένῃ μέγα κἀκοῦσαι
837 τοῖς ἰσοθέοις σύγκληρα λαχεῖν .
838 ζῶσαν καὶ ἔπειτα θανοῦσαν .
Ἀντιγόνη
839 οἴμοι γελῶμαι . τί με , πρὸς θεῶν πατρῴων .
840 οὐκ οἰχομέναν ὑβρίζεις , ἀλλ’ ἐπίφαντον ;
841 πόλις , πόλεως πολυκτήμονες ἄνδρες ·
842 ἰὼ Διρκαῖαι κρῆναι
845 Θήβας τ’ εὐαρμάτου ἄλσος , ἔμπας ξυμμάρτυρας ὔμμ’ ἐπικτῶμαι ,
846 οἵα φίλων ἄκλαυτος , οἵοις νόμοις
847 πρὸς ἕργμα τυμβόχωστον ἔρχομαι τάφου ποταινίου ·
850 ἰὼ δύστανος , βροτοῖς οὔτε νεκροῖς κυροῦσα
851 μέτοικος οὐ ζῶσιν , οὐ θανοῦσιν .