Αἵμων
745 οὐ γὰρ σέβεις , τιμάς γε τὰς θεῶν πατῶν .
Κρέων
746 μιαρὸν ἦθος καὶ γυναικὸς ὕστερον .
Αἵμων
747 οὔ τἂν ἕλοις ἥσσω γε τῶν αἰσχρῶν ἐμέ .
Κρέων
748 γοῦν λόγος σοι πᾶς ὑπὲρ κείνης ὅδε .
Αἵμων
749 καὶ σοῦ γε κἀμοῦ , καὶ θεῶν τῶν νερτέρων .
Κρέων
750 ταύτην ποτ’ οὐκ ἔσθ’ ὡς ἔτι ζῶσαν γαμεῖς .
Αἵμων
751 δ’ οὖν θανεῖται καὶ θανοῦσ’ ὀλεῖ τινα .
Κρέων
752 κἀπαπειλῶν ὧδ’ ἐπεξέρχει θρασύς ;
Αἵμων
753 τίς δ’ ἔστ’ ἀπειλὴ πρὸς κενὰς γνώμας λέγειν ;
Κρέων
754 κλαίων φρενώσεις , ὢν φρενῶν αὐτὸς κενός .
Αἵμων
755 εἰ μὴ πατὴρ ἦσθ’ , εἶπον ἄν σ’ οὐκ εὖ φρονεῖν .
Κρέων
756 γυναικὸς ὢν δούλευμα μὴ κώτιλλέ με .
Αἵμων
757 βούλει λέγειν τι καὶ λέγων μηδὲν κλύειν ;
Κρέων
758 ἄληθες ; ἀλλ’ οὐ τόνδ’ Ὄλυμπον , ἴσθ’ ὅτι ,
759 χαίρων ἐπὶ ψόγοισι δεννάσεις ἐμέ .
760 ἄγαγε τὸ μῖσος ὡς κατ’ ὄμματ’ αὐτίκα
761 παρόντι θνῄσκῃ πλησία τῷ νυμφίῳ .
Αἵμων
762 οὐ δῆτ’ ἔμοιγε , τοῦτο μὴ δόξῃς ποτέ ,
763 οὔθ’ ἥδ’ ὀλεῖται πλησία , σύ τ’ οὐδαμὰ
764 τοὐμὸν προσόψει κρᾶτ’ ἐν ὀφθαλμοῖς ὁρῶν ,
765 ὡς τοῖς θέλουσι τῶν φίλων μαίνῃ συνών .