Αἵμων
683 πάτερ , θεοὶ φύουσιν ἀνθρώποις φρένας ,
684 πάντων ὅσ’ ἐστὶ κτημάτων ὑπέρτατον .
685 ἐγὼ δ’ ὅπως σὺ μὴ λέγεις ὀρθῶς τάδε ,
686 οὔτ’ ἂν δυναίμην μήτ’ ἐπισταίμην λέγειν .
687 γένοιτο μέντἂν χἀτέρῳ καλῶς ἔχον .
688 σοῦ δ’ οὖν πέφυκα πάντα προσκοπεῖν ὅσα
689 λέγει τις πράσσει τις ψέγειν ἔχει .
690 τὸ γὰρ σὸν ὄμμα δεινὸν ἀνδρὶ δημότῃ
691 λόγοις τοιούτοις , οἷς σὺ μὴ τέρψει κλύων ·
692 ἐμοὶ δ’ ἀκούειν ἔσθ’ ὑπὸ σκότου τάδε ,
693 τὴν παῖδα ταύτην οἷ’ , ὀδύρεται πόλις ,
694 πασῶν γυναικῶν ὡς ἀναξιωτάτη
695 κάκιστ’ ἀπ’ ἔργων εὐκλεεστάτων φθίνει .
696 ἥτις τὸν αὑτῆς αὐτάδελφον ἐν φοναῖς
697 πεπτῶτ’ ἄθαπτον μήθ’ ὑπ’ ὠμηστῶν κυνῶν
698 εἴασ’ ὀλέσθαι μήθ’ ὑπ’ οἰωνῶν τινος .
699 οὐχ ἥδε χρυσῆς ἀξία τιμῆς λαχεῖν ;
700 τοιάδ’ ἐρεμνὴ σῖγ’ ἐπέρχεται φάτις .
701 ἐμοὶ δὲ σοῦ πράσσοντος εὐτυχῶς , πάτερ ,
702 οὐκ ἔστιν οὐδὲν κτῆμα τιμιώτερον ,
703 τί γὰρ πατρὸς θάλλοντος εὐκλείας τέκνοις
704 ἄγαλμα μεῖζον , τί πρὸς παίδων πατρί ;
705 μή νυν ἓν ἦθος μοῦνον ἐν σαυτῷ φόρει ,
706 ὡς φὴς σύ , κοὐδὲν ἄλλο , τοῦτ’ ὀρθῶς ἔχειν .
707 ὅστις γὰρ αὐτὸς φρονεῖν μόνος δοκεῖ ,
708 γλῶσσαν , ἣν οὐκ ἄλλος , ψυχὴν ἔχειν ,
709 οὗτοι διαπτυχθέντες ὤφθησαν κενοί .
710 ἀλλ’ ἄνδρα , κεἴ τις σοφός , τὸ μανθάνειν
711 πόλλ’ , αἰσχρὸν οὐδὲν καὶ τὸ μὴ τείνειν ἄγαν .
712 ὁρᾷς παρὰ ῥείθροισι χειμάρροις ὅσα
713 δένδρων ὑπείκει , κλῶνας ὡς ἐκσῴζεται ,
714 τὰ δ’ ἀντιτείνοντ’ αὐτόπρεμν’ ἀπόλλυται .
715 αὕτως δὲ ναὸς ὅστις ἐγκρατῆ πόδα
716 τείνας ὑπείκει μηδέν , ὑπτίοις κάτω
717 στρέψας τὸ λοιπὸν σέλμασιν ναυτίλλεται .
718 ἀλλ’ εἶκε καὶ θυμῷ μετάστασιν δίδου .
719 γνώμη γὰρ εἴ τις κἀπ’ ἐμοῦ νεωτέρου
720 πρόσεστι , φήμ’ ἔγωγε πρεσβεύειν πολὺ
721 φῦναι τὸν ἄνδρα πάντ’ ἐπιστήμης πλέων ·
722 εἰ δ’ οὖν , φιλεῖ γὰρ τοῦτο μὴ ταύτῃ ῥέπειν ,
723 καὶ τῶν λεγόντων εὖ καλὸν τὸ μανθάνειν .