Ἰσμήνη
49 οἴμοι . φρόνησον , κασιγνήτη , πατὴρ
50 ὡς νῷν ἀπεχθὴς δυσκλεής τ’ ἀπώλετο ,
51 πρὸς αὐτοφώρων ἀμπλακημάτων διπλᾶς
52 ὄψεις ἀράξας αὐτὸς αὐτουργῷ χερί .
53 ἔπειτα μήτηρ καὶ γυνή , διπλοῦν ἔπος ,
54 πλεκταῖσιν ἀρτάναισι λωβᾶται βίον ·
55 τρίτον δ’ ἀδελφὼ δύο μίαν καθ’ ἡμέραν
56 αὐτοκτονοῦντε τὼ ταλαιπώρω μόρον
57 κοινὸν κατειργάσαντ’ ἐπαλλήλοιν χεροῖν .
58 νῦν δ’ αὖ μόνα δὴ νὼ λελειμμένα σκόπει
59 ὅσῳ κάκιστ’ ὀλούμεθ’ , εἰ νόμου βίᾳ
60 ψῆφον τυράννων κράτη παρέξιμεν .
61 ἀλλ’ ἐννοεῖν χρὴ τοῦτο μὲν γυναῖχ’ ὅτι
62 ἔφυμεν , ὡς πρὸς ἄνδρας οὐ μαχουμένα .
63 ἔπειτα δ’ οὕνεκ’ ἀρχόμεσθ’ ἐκ κρεισσόνων ,
64 καὶ ταῦτ’ ἀκούειν κἄτι τῶνδ’ ἀλγίονα .
65 ἐγὼ μὲν οὖν αἰτοῦσα τοὺς ὑπὸ χθονὸς
66 ξύγγνοιαν ἴσχειν , ὡς βιάζομαι τάδε ,
67 τοῖς ἐν τέλει βεβῶσι πείσομαι · τὸ γὰρ
68 περισσὰ πράσσειν οὐκ ἔχει νοῦν οὐδένα .