Τεῦκρος
1093 οὐκ ἄν ποτ’ , ἄνδρες , ἄνδρα θαυμάσαιμ’ ἔτι ,
1094 ὃς μηδὲν ὢν γοναῖσιν εἶθ’ ἁμαρτάνει ,
1095 ὅθ’ οἱ δοκοῦντες εὐγενεῖς πεφυκέναι
1096 τοιαῦθ’ ἁμαρτάνουσιν ἐν λόγοις ἔπη ·
1097 ἄγ’ εἴπ’ ἀπ’ ἀρχῆς αὖθις , σὺ φὴς ἄγειν
1098 τόνδ’ ἄνδρ’ Ἀχαιοῖς δεῦρο σύμμαχον λαβών ;
1099 οὐκ αὐτὸς ἐξέπλευσεν ὡς αὑτοῦ κρατῶν ;
1100 ποῦ σὺ στρατηγεῖς τοῦδε ; ποῦ δὲ σοὶ λεῶν
1101 ἔξεστ’ ἀνάσσειν ὧν ὅδ’ ἤγαγ’ οἴκοθεν ;
1102 Σπάρτης ἀνάσσων ἦλθες , οὐχ ἡμῶν κρατῶν ·
1103 οὐδ’ ἔσθ’ ὅπου σοὶ τόνδε κοσμῆσαι πλέον
1104 ἀρχῆς ἔκειτο θεσμὸς καὶ τῷδε σέ .
1105 ὕπαρχος ἄλλων δεῦρ’ ἔπλευσας , οὐχ ὅλων
1106 στρατηγός , ὥστ’ Αἴαντος ἡγεῖσθαί ποτε .
1107 ἀλλ’ ὧνπερ ἄρχεις ἄρχε καὶ τὰ σέμν’ ἔπη
1108 κόλαζ’ ἐκείνους · τόνδε δ’ , εἴτε μὴ σὺ φὴς
1109 εἴθ’ ἅτερος στρατηγός , εἰς ταφὰς ἐγὼ
1110 θήσω δικαίως , οὐ τὸ σὸν δείσας στόμα .
1111 οὐ γάρ τι τῆς σῆς εἵνεκ’ ἐστρατεύσατο
1112 γυναικός , ὥσπερ οἱ πόνου πολλοῦ πλέῳ ,
1113 ἀλλ’ εἵνεχ’ ὅρκων οἷσιν ἦν ἐνώμοτος ,
1114 σοῦ δ’ οὐδέν · οὐ γὰρ ἠξίου τοὺς μηδένας .
1115 πρὸς ταῦτα πλείους δεῦρο κήρυκας λαβὼν
1116 καὶ τὸν στρατηγὸν ἧκε , τοῦ δὲ σοῦ ψόφου
1117 οὐκ ἂν στραφείην , ἕως ἂν ᾖς οἷός περ εἶ .