Χορός
954 ῥα κελαινώπαν θυμὸν ἐφυβρίζει πολύτλας ἀνήρ ,
955 γελᾷ δὲ τοῖσδε μαινομένοις ἄχεσιν
956 πολὺν γέλωτα , φεῦ φεῦ ,
960 ξύν τε διπλοῖ βασιλῆς κλύοντες Ἀτρεῖδαι .
Τέκμησσα
961 οἱ δ’ οὖν γελώντων κἀπιχαιρόντων κακοῖς
962 τοῖς τοῦδ’ · ἴσως τοι , κεἰ βλέποντα μὴ ’πόθουν ,
963 θανόντ’ ἂν οἰμώξειαν ἐν χρείᾳ δορός .
964 οἱ γὰρ κακοὶ γνώμαισι τἀγαθὸν χεροῖν
965 ἔχοντες οὐκ ἴσασι , πρίν τις ἐκβάλῃ .
966 ἐμοὶ πικρὸς τέθνηκεν κείνοις γλυκύς ,
967 αὑτῷ δὲ τερπνός · ὧν γὰρ ἠράσθη τυχεῖν
968 ἐκτήσαθ’ αὑτῷ , θάνατον ὅνπερ ἤθελεν .
969 τί δῆτα τοῦδ’ ἐπεγγελῷεν ἂν κάτα ;
970 θεοῖς τέθνηκεν οὗτος , οὐ κείνοισιν , οὔ .
971 πρὸς ταῦτ’ Ὀδυσσεὺς ἐν κενοῖς ὑβριζέτω .
972 Αἴας γὰρ αὐτοῖς οὐκέτ’ ἐστίν , ἀλλ’ ἐμοὶ
973 λιπὼν ἀνίας καὶ γόους διοίχεται .
Τεῦκρος
974 ἰώ μοί μοι .
Χορός
975 σίγησον · αὐδὴν γὰρ δοκῶ Τεύκρου κλύειν
976 βοῶντος ἄτης τῆσδ’ ἐπίσκοπον μέλος .
Τεῦκρος
977 φίλτατ’ Αἴας , ξύναιμον ὄμμ’ ἐμοί ,
978 ἆρ’ ἠμπόληκας , ὥσπερ φάτις κρατεῖ ;
Χορός
979 ὄλωλεν ἁνήρ , Τεῦκρε , τοῦτ’ ἐπίστασο .