Ἡμιχόριον
866 πόνος πόνῳ πόνον φέρει .
867 πᾷ πᾷ
868 πᾷ γὰρ οὐκ ἔβαν ἐγώ ;
869 κοὐδεὶς ἐπίσταταί με συμμαθεῖν τόπος .
870 ἰδού .
871 δοῦπον αὖ κλύω τινά .
872 ἡμῶν γε ναὸς κοινόπλουν ὁμιλίαν .
873 τί οὖν δή ;
874 πᾶν ἐστίβηται πλευρὸν ἕσπερον νεῶν
875 ἔχεις οὖν ;
876 πόνου γε πλῆθος , κοὐδὲν εἰς ὄψιν πλέον .
877 ἀλλ’ οὐδὲ μὲν δὴ τὴν ἀφ’ ἡλίου βολῶν
878 κέλευθον ἁνὴρ οὐδαμοῦ δηλοῖ φανείς .
Χορός
879 τίς ἂν δῆτά μοι , τίς ἂν φιλοπόνων
880 ἁλιαδᾶν ἔχων ἀΰπνους ἄγρας ,
883 τίς Ὀλυμπιάδων θεᾶν ῥυτῶν
884 Βοσπορίων ποταμῶν , τὸν ὠμόθυμον
885 εἴ ποθι πλαζόμενον λεύσσων
886 ἀπύοι ; σχέτλια γὰρ
887 ἐμέ γε τὸν μακρῶν ἀλάταν πόνων
888 οὐρίῳ μὴ πελάσαι δρόμῳ ,
890 ἀλλ’ ἀμενηνὸν ἄνδρα μὴ λεύσσειν ὅπου .
Τέκμησσα
891 ἰώ μοί μοι .
Χορός
892 τίνος βοὴ πάραυλος ἐξέβη νάπους ;
Τέκμησσα
893 ἰὼ τλήμων .
Χορός
894 τὴν δουρίληπτον δύσμορον νύμφην ὁρῶ
895 Τέκμησσαν , οἴκτῳ , τῷδε συγκεκραμένην .
Τέκμησσα
896 ᾤχωκ’ , ὄλωλα , διαπεπόρθημαι , φίλοι .
Χορός
897 τί δ’ ἔστιν ;