Τέκμησσα
485 δέσποτ’ Αἴας , τῆς ἀναγκαίας τύχης
486 οὐκ ἔστιν οὐδὲν μεῖζον ἀνθρώποις κακόν .
487 ἐγὼ δ’ ἐλευθέρου μὲν ἐξέφυν πατρός ,
488 εἴπερ τινὸς σθένοντος ἐν πλούτῳ Φρυγῶν ·
489 νῦν δ’ εἰμὶ δούλη · θεοῖς γὰρ ὧδ’ ἔδοξέ που
490 καὶ σῇ μάλιστα χειρί . τοιγαροῦν , ἐπεὶ
491 τὸ σὸν λέχος ξυνῆλθον , εὖ φρονῶ τὰ σά ,
492 καί σ’ ἀντιάζω πρός τ’ ἐφεστίου Διὸς
493 εὐνῆς τε τῆς σῆς , συνηλλάχθης ἐμοί ,
494 μή μ’ ἀξιώσῃς βάξιν ἀλγεινὴν λαβεῖν
495 τῶν σῶν ὑπ’ ἐχθρῶν , χειρίαν ἐφείς τινι .
496 γὰρ θάνῃς σὺ καὶ τελευτήσας ἀφῇς ,
497 ταύτῃ νόμιζε κἀμὲ τῇ τόθ’ ἡμέρᾳ
498 βίᾳ ξυναρπασθεῖσαν Ἀργείων ὕπο
499 ξὺν παιδὶ τῷ σῷ δουλίαν ἕξειν τροφήν .
500 καί τις πικρὸν πρόσφθεγμα δεσποτῶν ἐρεῖ
501 λόγοις ἰάπτων · ἴδετε τὴν ὁμευνέτιν
502 Αἴαντος , ὃς μέγιστον ἴσχυσεν στρατοῦ ,
503 οἵας λατρείας ἀνθ’ ὅσου ζήλου τρέφει .
504 τοιαῦτ’ ἐρεῖ τις · κἀμὲ μὲν δαίμων ἐλᾷ ,
505 σοὶ δ’ αἰσχρὰ τἄπη ταῦτα καὶ τῷ σῷ γένει .
506 ἀλλ’ αἴδεσαι μὲν πατέρα τὸν σὸν ἐν λυγρῷ
507 γήρᾳ προλείπων , αἴδεσαι δὲ μητέρα
508 πολλῶν ἐτῶν κληροῦχον , σε πολλάκις
509 θεοῖς ἀρᾶται ζῶντα πρὸς δόμους μολεῖν ·
510 οἴκτιρε δ’ , ὦναξ , παῖδα τὸν σόν , εἰ νέας
511 τροφῆς στερηθεὶς σοῦ διοίσεται μόνος
512 ὑπ’ ὀρφανιστῶν μὴ φίλων , ὅσον κακὸν
513 κείνῳ τε κἀμοὶ τοῦθ’ , ὅταν θάνῃς , νεμεῖς .
514 ἐμοὶ γὰρ οὐκέτ’ ἔστιν εἰς τι βλέπω
515 πλὴν σοῦ . σὺ γάρ μοι πατρίδ’ ᾔστωσας δόρει ,
516 καὶ μητέρ’ ἄλλη μοῖρα τὸν φύσαντά τε
517 καθεῖλεν Ἅιδου θανασίμους οἰκήτορας .
518 τίς δῆτ’ ἐμοὶ γένοιτ’ ἂν ἀντὶ σοῦ πατρίς ;
519 τίς πλοῦτος ; ἐν σοὶ πᾶσ’ ἔγωγε σῴζομαι .
520 ἀλλ’ ἴσχε κἀμοῦ μνῆστιν · ἀνδρί τοι χρεὼν
521 μνήμην προσεῖναι , τερπνὸν εἴ τί που πάθοι .
522 χάρις χάριν γάρ ἐστιν τίκτουσ’ ἀεί ·
523 ὅτου δ’ ἀπορρεῖ μνῆστις εὖ πεπονθότος ,
524 οὐκ ἂν γένοιτ’ ἔθ’ οὗτος εὐγενὴς ἀνήρ .