Τέκμησσα
265 πότερα δ’ ἄν , εἰ νέμοι τις αἵρεσιν , λάβοις ,
266 φίλους ἀνιῶν αὐτὸς ἡδονὰς ἔχειν ,
267 κοινὸς ἐν κοινοῖσι λυπεῖσθαι ξυνών ;
Χορός
268 τό τοι διπλάζον , γύναι , μεῖζον κακόν .
Τέκμησσα
269 ἡμεῖς ἄρ’ οὐ νοσοῦντες ἀτώμεσθα νῦν .
Χορός
270 πῶς τοῦτ’ ἔλεξας ; οὐ κάτοιδ’ ὅπως λέγεις .
Τέκμησσα
271 ἁνὴρ ἐκεῖνος , ἡνίκ’ ἦν ἐν τῇ νόσῳ ,
272 αὐτὸς μὲν ἥδεθ’ οἷσιν εἴχετ’ ἐν κακοῖς ,
273 ἡμᾶς δὲ τοὺς φρονοῦντας ἠνία ξυνών ·
274 νῦν δ’ ὡς ἔληξε κἀνέπνευσε τῆς νόσου ,
275 κεῖνός τε λύπῃ πᾶς ἐλήλαται κακῇ
276 ἡμεῖς θ’ ὁμοίως οὐδὲν ἧσσον πάρος .
277 ἆρ’ ἔστι ταῦτα δὶς τόσ’ ἐξ ἁπλῶν κακά ;
Χορός
278 ξύμφημι δή σοι καὶ δέδοικα μὴ ’κ θεοῦ
279 πληγή τις ἥκῃ . πῶς γάρ , εἰ πεπαυμένος
280 μηδέν τι μᾶλλον νοσῶν εὐφραίνεται ;
Τέκμησσα
281 ὡς ὧδ’ ἐχόντων τῶνδ’ ἐπίστασθαί σε χρή .
Χορός
282 τίς γάρ ποτ’ ἀρχὴ τοῦ κακοῦ προσέπτατο ;
283 δήλωσον ἡμῖν τοῖς ξυναλγοῦσιν τύχας .