18.199 φθόγγῳ ἐπερχόμεναι · τὴν δὲ γλυκὺς ὕπνος ἀνῆκε ,
18.200 καί ῥʹ ἀπομόρξατο χερσὶ παρειὰς φώνησέν τε ·
18.201 με μάλʹ αἰνοπαθῆ μαλακὸν περὶ κῶμʹ ἐκάλυψεν .
18.202 αἴθε μοι ὣς μαλακὸν θάνατον πόροι Ἄρτεμις ἁγνὴ
18.203 αὐτίκα νῦν , ἵνα μηκέτʹ ὀδυρομένη κατὰ θυμὸν
18.204 αἰῶνα φθινύθω , πόσιος ποθέουσα φίλοιο
18.205 παντοίην ἀρετήν , ἐπεὶ ἔξοχος ἦεν Ἀχαιῶν .
18.206 ὣς φαμένη κατέβαινʹ ὑπερώϊα σιγαλόεντα ,
18.207 οὐκ οἴη · ἅμα τῇ γε καὶ ἀμφίπολοι δύʹ ἕποντο .
18.208 δʹ ὅτε δὴ μνηστῆρας ἀφίκετο δῖα γυναικῶν ,
18.209 στῆ ῥα παρὰ σταθμὸν τέγεος πύκα ποιητοῖο ,
18.210 ἄντα παρειάων σχομένη λιπαρὰ κρήδεμνα ·
18.211 ἀμφίπολος δʹ ἄρα οἱ κεδνὴ ἑκάτερθε παρέστη .
18.212 τῶν δʹ αὐτοῦ λύτο γούνατʹ , ἔρῳ δʹ ἄρα θυμὸν ἔθελχθεν ,
18.213 πάντες δʹ ἠρήσαντο παραὶ λεχέεσσι κλιθῆναι .
18.214 δʹ αὖ Τηλέμαχον προσεφώνεεν , ὃν φίλον υἱόν ·
18.215 Τηλέμαχʹ , οὐκέτι τοι φρένες ἔμπεδοι οὐδὲ νόημα ·
18.216 παῖς ἔτʹ ἐὼν καὶ μᾶλλον ἐνὶ φρεσὶ κέρδεʹ ἐνώμας ·
18.217 νῦν δʹ , ὅτε δὴ μέγας ἐσσὶ καὶ ἥβης μέτρον ἱκάνεις ,
18.218 καί κέν τις φαίη γόνον ἔμμεναι ὀλβίου ἀνδρός ,
18.219 ἐς μέγεθος καὶ κάλλος ὁρώμενος , ἀλλότριος φώς ,
18.220 οὐκέτι τοι φρένες εἰσὶν ἐναίσιμοι οὐδὲ νόημα .
18.221 οἷον δὴ τόδε ἔργον ἐνὶ μεγάροισιν ἐτύχθη ,
18.222 ὃς τὸν ξεῖνον ἔασας ἀεικισθήμεναι οὕτως .
18.223 πῶς νῦν , εἴ τι ξεῖνος ἐν ἡμετέροισι δόμοισιν
18.224 ἥμενος ὧδε πάθοι ῥυστακτύος ἐξ ἀλεγεινῆς ;
18.225 σοί κʹ αἶσχος λώβη τε μετʹ ἀνθρώποισι πέλοιτο .
18.226 τὴν δʹ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα ·
18.227 μῆτερ ἐμή , τὸ μὲν οὔ σε νεμεσσῶμαι κεχολῶσθαι ·