21.210 ·
21.211 καί νύ κ’ ἔτι πλέονας κτάνε Παίονας ὠκὺς Ἀχιλλεύς ,
21.212 εἰ μὴ χωσάμενος προσέφη ποταμὸς βαθυδίνης
21.213 ἀνέρι εἰσάμενος , βαθέης δ’ ἐκ φθέγξατο δίνης ·
21.214 Ἀχιλεῦ , περὶ μὲν κρατέεις , περὶ δ’ αἴσυλα ῥέζεις
21.215 ἀνδρῶν · αἰεὶ γάρ τοι ἀμύνουσιν θεοὶ αὐτοί .
21.216 εἴ τοι Τρῶας ἔδωκε Κρόνου παῖς πάντας ὀλέσσαι ,
21.217 ἐξ ἐμέθεν γ’ ἐλάσας πεδίον κάτα μέρμερα ῥέζε ·
21.218 πλήθει γὰρ δή μοι νεκύων ἐρατεινὰ ῥέεθρα ,
21.219 οὐδέ τί πῃ δύναμαι προχέειν ῥόον εἰς ἅλα δῖαν
21.220 στεινόμενος νεκύεσσι , σὺ δὲ κτείνεις ἀϊδήλως .
21.221 ἀλλ’ ἄγε δὴ καὶ ἔασον · ἄγη μ’ ἔχει ὄρχαμε λαῶν .
21.222 τὸν δ’ ἀπαμειβόμενος προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς ·
21.223 ἔσται ταῦτα Σκάμανδρε διοτρεφές , ὡς σὺ κελεύεις .
21.224 Τρῶας δ’ οὐ πρὶν λήξω ὑπερφιάλους ἐναρίζων ,
21.225 πρὶν ἔλσαι κατὰ ἄστυ καὶ Ἕκτορι πειρηθῆναι
21.226 ἀντιβίην , κέν με δαμάσσεται , κεν ἐγὼ τόν .
21.227 ὣς εἰπὼν Τρώεσσιν ἐπέσσυτο δαίμονι ἶσος ·
21.228 καὶ τότ’ Ἀπόλλωνα προσέφη ποταμὸς βαθυδίνης ·
21.229 πόποι ἀργυρότοξε Διὸς τέκος οὐ σύ γε βουλὰς
21.230 εἰρύσαο Κρονίωνος , τοι μάλα πόλλ’ ἐπέτελλε
21.231 Τρωσὶ παρεστάμεναι καὶ ἀμύνειν , εἰς κεν ἔλθῃ
21.232 δείελος ὀψὲ δύων , σκιάσῃ δ’ ἐρίβωλον ἄρουραν .
21.233 , καὶ Ἀχιλλεὺς μὲν δουρικλυτὸς ἔνθορε μέσσῳ
21.234 κρημνοῦ ἀπαΐξας · δ’ ἐπέσσυτο οἴδματι θύων ,
21.235 πάντα δ’ ὄρινε ῥέεθρα κυκώμενος , ὦσε δὲ νεκροὺς
21.236 πολλούς , οἵ ῥα κατ’ αὐτὸν ἅλις ἔσαν , οὓς κτάν’ Ἀχιλλεύς
21.237 τοὺς ἔκβαλλε θύραζε μεμυκὼς ἠΰτε ταῦρος
21.238 χέρσον δέ · ζωοὺς δὲ σάω κατὰ καλὰ ῥέεθρα ,
21.239 κρύπτων ἐν