Χορός
1070 σχῆμα κεὐρυπρωκτίαν .
1071 εἴ τις ὑμῶν θεαταὶ τὴν ἐμὴν ἰδὼν φύσιν
1072 εἶτα θαυμάζει μ’ ὁρῶν μέσον διεσφηκωμένον ,
1073 ἥτις ἡμῶν ἐστὶν ’πίνοια τῆς ἐγκεντρίδος ,
1074 ῥᾳδίως ἐγὼ διδάξω , κἂν ἄμουσος τὸ πρίν .
1075 ἐσμὲν ἡμεῖς , οἷς πρόσεστι τοῦτο τοὐρροπύγιον ,
1076 Ἀττικοὶ μόνοι δικαίως ἐγγενεῖς αὐτόχθονες ,
1077 ἀνδρικώτατον γένος καὶ πλεῖστα τήνδε τὴν πόλιν
1078 ὠφελῆσαν ἐν μάχαισιν , ἡνίκ’ ἦλθ’ βάρβαρος ,
1079 τῷ καπνῷ τύφων ἅπασαν τὴν πόλιν καὶ πυρπολῶν ,
1080 ἐξελεῖν ἡμῶν μενοινῶν πρὸς βίαν τἀνθρήνια .
1081 εὐθέως γὰρ ἐκδραμόντες ξὺν δορὶ ξὺν ἀσπίδι
1082 ἐμαχόμεσθ’ αὐτοῖσι , θυμὸν ὀξίνην πεπωκότες ,
1083 στὰς ἀνὴρ παρ’ ἄνδρ’ , ὑπ’ ὀργῆς τὴν χελύνην ἐσθίων ·
1084 ὑπὸ δὲ τῶν τοξευμάτων οὐκ ἦν ἰδεῖν τὸν οὐρανόν .
1085 ἀλλ’ ὅμως ἐωσάμεσθα ξὺν θεοῖς πρὸς ἑσπέραν .
1086 γλαῦξ γὰρ ἡμῶν πρὶν μάχεσθαι τὸν στρατὸν διέπτετο ·
1087 εἶτα δ’ εἱπόμεσθα θυννάζοντες ἐς τοὺς θυλάκους ,
1088 οἱ δ’ ἔφευγον τὰς γνάθους καὶ τὰς ὀφρῦς κεντούμενοι ·
1089 ὥστε παρὰ τοῖς βαρβάροισι πανταχοῦ καὶ νῦν ἔτι
1090 μηδὲν Ἀττικοῦ καλεῖσθαι σφηκὸς ἀνδρικώτερον .
1091 ἆρα δεινὸς τόθ’ ὥστε πάντα μὴ δεδοικέναι ,
1092 καὶ κατεστρεψάμην
1093 τοὺς ἐναντίους , πλέων ἐκεῖσε ταῖς τριήρεσιν ;
1094 οὐ γὰρ ἦν ἡμῖν ὅπως
1095 ῥῆσιν εὖ λέξειν ἐμέλλομεν τότ’ , οὐδὲ
1096 συκοφαντήσειν τινὰ
1097 φροντίς , ἀλλ’ ὅστις ἐρέτης ἔσοιτ’