Βδελυκλέων
737 καὶ μὴν θρέψω γ’ αὐτὸν παρέχων
738 ὅσα πρεσβύτῃ ξύμφορα , χόνδρον
739 λείχειν , χλαῖναν μαλακήν , σισύραν ,
740 πόρνην , ἥτις τὸ πέος τρίψει
740a καὶ τὴν ὀσφῦν .
741 ἀλλ’ ὅτι σιγᾷ κοὐδὲν γρύζει ,
742 τοῦτ’ οὐ δύναταί με προσέσθαι .
Χορός
743 νενουθέτηκεν αὑτὸν ἐς τὰ πράγμαθ’ , οἶς
744 τότ’ ἐπεμαίνετ’ · ἔγνωκε γὰρ ἀρτίως ,
745 λογίζεταί τ’ ἐκεῖνα πάνθ’ ἁμαρτίας
746 σοῦ κελεύοντος οὐκ ἐπείθετο .
747 νῦν δ’ ἴσως τοῖσι σοῖς λόγοις πείθεται
748 καὶ σωφρονεῖ μέντοι μεθιστὰς
748a ἐς τὸ λοιπὸν τὸν τρόπον
749 πιθόμενός τέ σοι .
Φιλοκλέων
750
Βδελυκλέων
οὗτος τί βοᾷς ;
Φιλοκλέων
751 μή μοι τούτων μηδὲν ὑπισχνοῦ .
752 κείνων ἔραμαι , κεῖθι γενοίμαν ,
753 ἵν’ κῆρύξ φησι , ’τίς ἀψήφιστος ; ἀνιστάσθω .
754 κἀπισταίην ἐπὶ τοῖς κημοῖς
755 ψηφιζομένων τελευταῖος .
756 σπεῦδ’ ψυχή . ποῦ μοι ψυχή ;
757 πάρες σκιερά . μὰ τὸν Ἡρακλέα
758 μή νυν ἔτ’ ἐγὼ ’ν τοῖσι δικασταῖς
759 κλέπτοντα Κλέωνα λάβοιμι .
Βδελυκλέων
760 ἴθ’ πάτερ πρὸς τῶν θεῶν ἐμοὶ πιθοῦ .