Ξανθίας
25
Σωσίας
μὴ φροντίσῃς .
26 οὐδὲν γὰρ ἔσται δεινὸν οὐ μὰ τοὺς θεούς .
Ξανθίας
27 δεινόν γέ ποὔστ’ ἄνθρωπος ἀποβαλὼν ὅπλα .
28
Σωσίας
ἀλλ’ ἐστὶν μέγα .
29 περὶ τῆς πόλεως γάρ ἐστι τοῦ σκάφους ὅλου .
Ξανθίας
30 λέγε νυν ἀνύσας τι τὴν τρόπιν τοῦ πράγματος .
Σωσίας
31 ἔδοξέ μοι περὶ πρῶτον ὕπνον ἐν τῇ πυκνὶ
32 ἐκκλησιάζειν πρόβατα συγκαθήμενα ,
33 βακτηρίας ἔχοντα καὶ τριβώνια ·
34 κἄπειτα τούτοις τοῖς προβάτοισι μοὐδόκει
35 δημηγορεῖν φάλαινα πανδοκεύτρια ,
36 ἔχουσα φωνὴν ἐμπεπρησμένης ὑός .
Ξανθίας
37
Σωσίας
τί ἔστι ;
Ξανθίας
παῦε παῦε , μὴ λέγε ·
38 ὄζει κάκιστον τοὐνύπνιον βύρσης σαπρᾶς .
Σωσίας
39 εἶθ’ μιαρὰ φάλαιν’ ἔχουσα τρυτάνην
40
Ξανθίας
οἴμοι δείλαιος ·
41 τὸν δῆμον ἡμῶν βούλεται διιστάναι .
Σωσίας
42 ἐδόκει δέ μοι Θέωρος αὐτῆς πλησίον
43 χαμαὶ καθῆσθαι τὴν κεφαλὴν κόρακος ἔχων .
44 εἶτ’ Ἀλκιβιάδης εἶπε πρός με τραυλίσας ,
45 " ὁλᾷς ; Θέωλος τὴν κεφαλὴν κόλακος ἔχει . "
Ξανθίας
46 ὀρθῶς γε τοῦτ’ Ἀλκιβιάδης ἐτραύλισεν .
Σωσίας
47 οὔκουν ἐκεῖν’ ἀλλόκοτον , Θέωρος κόραξ