Εὐριπίδης
1102 κάρα κομίζων .
Τοξότης
τί λέγι ; τὴ Γόργος πέρι
1103 τὸ γραμματέο σὺ τὴ κεπαλή ;
Εὐριπίδης
τὴν Γοργόνος
1104 ἔγωγε φημί .
Τοξότης
Γόργο τοι κἀγὼ λέγι .
Εὐριπίδης
1105 ἔα · τίν’ ὄχθον τόνδ’ ὁρῶ καὶ παρθένον
1106 θεαῖς ὁμοίαν ναῦν ὅπως ὡρμισμένην ;
Μνησίλοχος
1107 ξένε κατοίκτιρόν με τὴν παναθλίαν ,
1108 λῦσόν με δεσμῶν .
Τοξότης
οὐκὶ μὶ λαλῆσι σύ ;
1109 κατάρατο τολμᾷς ἀποτανουμένη λαλᾷς ;
Εὐριπίδης
1110 παρθέν’ οἰκτίρω σὲ κρεμαμένην ὁρῶν .
Τοξότης
1111 οὐ παρτέν’ ἐστίν , ἀλλ’ ἀμαρτωλὴ γέρων
1112 καὶ κλέπτο καὶ πανοῦργο .
Εὐριπίδης
ληρεῖς Σκύθα .
1113 αὕτη γάρ ἐστιν Ἀνδρομέδα παῖς Κηφέως .
Τοξότης
1114 σκέψαι τὸ κύστο · μή τι μικτὸν παίνεται ;
Εὐριπίδης
1115 φέρε δεῦρό μοι τὴν χεῖρ’ , ἵν’ ἅψωμαι κόρης ·
1116 φέρε Σκύθ’ · ἀνθρώποισι γὰρ νοσήματα
1117 ἅπασίν ἐστιν · ἐμὲ δὲ καὐτὸν τῆς κόρης
1118 ταύτης ἔρως εἴληφεν .
Τοξότης
οὐ ζηλῶσί σε ·
1119 ἀτὰρ εἰ τὸ πρωκτὸ δεῦρο περιεστραμμένον ,
1120 οὐκ ἐπτόνησά σ’ αὐτὸ πυγίζεις ἄγων .
Εὐριπίδης
1121 τί δ’ οὐκ ἐᾷς λύσαντά μ’ αὐτὴν Σκύθα
1122 πεσεῖν ἐς εὐνὴν καὶ γαμήλιον λέχος ;