Γυνὴ
689 ποῖ σὺ φεύγεις ; οὗτος οὗτος οὐ μενεῖς ;
690 τάλαιν’ ἐγὼ τάλαινα , καὶ τὸ παιδίον
691 ἐξαρπάσας μοι φροῦδος ἀπὸ τοῦ τιτθίου .
Μνησίλοχος
692 κέκραχθι · τοῦτο δ’ οὐδέποτε σὺ ψωμιεῖς ,
693 ἢν μή μ’ ἀφῆτ’ · ἀλλ’ ἐνθάδ’ ἐπὶ τῶν μηρίων
694 πληγὲν μαχαίρᾳ τῇδε φοινίας φλέβας
695 καθαιματώσει βωμόν .
Γυνὴ
τάλαιν’ ἐγώ .
696 γυναῖκες , οὐκ ἀρήξετ’ ; οὐ πολλὴν βοὴν
697 στήσεσθε καὶ τροπαῖον , ἀλλὰ τοῦ μόνου
698 τέκνου με περιόψεσθ’ ἀποστερουμένην ;
Χορός
699 ἔα ἔα .
700 πότνιαι Μοῖραι τί τόδε δέρκομαι
701 νεοχμὸν αὖ τέρας ;
702 ὡς ἅπαντ’ ἄρ’ ἐστὶ τόλμης μεστὰ κἀναισχυντίας .
703 οἷον αὖ δέδρακεν ἔργον , οἷον αὖ φίλαι τόδε .
Μνησίλοχος
704 οἷον ὑμῶν ἐξαράξω τὴν ἄγαν αὐθαδίαν .
Χορός
705 ταῦτα δῆτ’ οὐ δεινὰ πράγματ’ ἐστὶ καὶ περαιτέρω ;
Γυνὴ
706 δεινὰ δῆθ’ , ὅστις γ’ ἔχει μου ’ξαρπάσας τὸ παιδίον .
Χορός
707 τί ἂν οὖν εἴποι πρὸς ταῦτά τις , ὅτε
708 τοιαῦτα ποιῶν ὅδ’ ἀναισχυντεῖ ;
Μνησίλοχος
709 κοὔπω μέντοι γε πέπαυμαι .