Χορός
597 τὸ πρᾶγμα τουτὶ δεινὸν εἰσαγγέλλεται .
598 ἀλλ’ γυναῖκες οὐκ ἐλινύειν ἐχρῆν ,
599 ἀλλὰ σκοπεῖν τὸν ἄνδρα καὶ ζητεῖν ὅπου
600 λέληθεν ἡμᾶς κρυπτὸς ἐγκαθήμενος .
601 καὶ σὺ ξυνέξευρ’ αὐτόν , ὡς ἂν τὴν χάριν
602 ταύτην τε κἀκείνην ἔχῃς πρόξενε .
Κλεισθένης
603 φέρ’ ἴδω · τίς πρώτη σύ ;
Μνησίλοχος
ποῖ τις τρέψεται ;
Κλεισθένης
604 ζητητέαι γάρ ἐστε .
Μνησίλοχος
κακοδαίμων ἐγώ .
Γυνὴ
605 ἔμ’ ἥτις εἴμ’ ἤρου ; Κλεωνύμου γυνή .
Κλεισθένης
606 γιγνώσκεθ’ ὑμεῖς ἥτις ἔσθ’ ἥδ’ γυνή ;
Χορός
607 γιγνώσκομεν δῆτ’ . ἀλλὰ τὰς ἄλλας ἄθρει .
Κλεισθένης
608 ἡδὶ δὲ δὴ τίς ἐστιν τὸ παιδίον
609 ἔχουσα ;
Γυνὴ
τίτθη νὴ Δί’ ἐμή .
Μνησίλοχος
διοίχομαι .
Κλεισθένης
610 αὕτη σὺ ποῖ στρέφει ; μέν’ αὐτοῦ . τί τὸ κακόν ;
Μνησίλοχος
611 ἔασον οὐρῆσαί μ’ .
Κλεισθένης
ἀναίσχυντός τις εἶ .
612 σὺ δ’ οὖν ποίει τοῦτ’ . ἀναμενῶ γὰρ ἐνθάδε .
Χορός
613 ἀνάμενε δῆτα καὶ σκόπει γ’ αὐτὴν σφόδρα ·
614 μόνην γὰρ αὐτὴν ὦνερ οὐ γιγνώσκομεν .
Κλεισθένης
615 πολύν γε χρόνον οὐρεῖς σύ .
Μνησίλοχος
νὴ Δί’ μέλε ·
616 στραγγουριῶ γάρ · ἐχθὲς ἔφαγον κάρδαμα .