Μνησίλοχος
210 φίλτατ’ κηδεστὰ μὴ σαυτὸν προδῷς .
Εὐριπίδης
211 πῶς οὖν ποιήσω δῆτα ;
Μνησίλοχος
τοῦτον μὲν μακρὰ
212 κλάειν κέλευ’ , ἐμοὶ δ’ τι βούλει χρῶ λαβών .
Εὐριπίδης
213 ἄγε νυν ἐπειδὴ σαυτὸν ἐπιδίδως ἐμοί ,
214 ἀπόδυθι τουτὶ θοἰμάτιον .
Μνησίλοχος
καὶ δὴ χαμαί .
215 ἀτὰρ τί μέλλεις δρᾶν μ’ ;
Εὐριπίδης
ἀποξυρεῖν ταδί ,
216 τὰ κάτω δ’ ἀφεύειν .
Μνησίλοχος
ἀλλὰ πρᾶττ’ , εἴ σοι δοκεῖ .
217 μὴ’ πιδοῦν’ ἐμαυτὸν ὤφελόν ποτε .
Εὐριπίδης
218 Ἀγάθων σὺ μέντοι ξυροφορεῖς ἑκάστοτε ,
219 χρῆσόν τί νυν ἡμῖν ξυρόν .
Ἀγάθων
αὐτὸς λάμβανε
220 ἐντεῦθεν ἐκ τῆς ξυροδόκης .
Εὐριπίδης
γενναῖος εἶ .
221 κάθιξε · φύσα τὴν γνάθον τὴν δεξιάν .
Μνησίλοχος
222 ὤμοι .
Εὐριπίδης
τί κέκραγας ; ἐμβαλῶ σοι πάτταλον ,
223 ἢν μὴ σιωπᾷς .
Μνησίλοχος
ἀτταταῖ ἰατταταῖ .
Εὐριπίδης
224 οὗτος σὺ ποῖ θεῖς ;
Μνησίλοχος
ἐς τὸ τῶν σεμνῶν θεῶν ·
225 οὐ γὰρ μὰ τὴν Δήμητρά γ’ ἐνταυθοῖ μενῶ
226 τεμνόμενος .
Εὐριπίδης
οὔκουν καταγέλαστος δῆτ’ ἔσει
227 τὴν ἡμίκραιραν τὴν ἑτέραν ψιλὴν ἔχων ;
Μνησίλοχος
228 ὀλίγον μέλει μοι .
Εὐριπίδης
μηδαμῶς πρὸς τῶν θεῶν
229 προδῷς με · χώρει δεῦρο .
Μνησίλοχος
κακοδαίμων ἐγώ .