Μνησίλοχος
168 ταῦτ’ ἄρ’ Φιλοκλέης αἰσχρὸς ὢν αἰσχρῶς ποιεῖ ,
169 δ’ αὖ Ξενοκλέης ὢν κακὸς κακῶς ποιεῖ ,
170 δ’ αὖ Θέογνις ψυχρὸς ὢν ψυχρῶς ποιεῖ .
Ἀγάθων
171 ἅπασ’ ἀνάγκη · ταῦτα γάρ τοι γνοὺς ἐγὼ
172 ἐμαυτὸν ἐθεράπευσα .
Μνησίλοχος
πῶς πρὸς τῶν θεῶν ;
Εὐριπίδης
173 παῦσαι βαΰζων · καὶ γὰρ ἐγὼ τοιοῦτος ἦν
174 ὢν τηλικοῦτος , ἡνίκ’ ἠρχόμην ποιεῖν .
Μνησίλοχος
175 μὰ τὸν Δί’ οὐ ζηλῶ σε τῆς παιδεύσεως .
Εὐριπίδης
176 ἀλλ’ ὧνπερ οὕνεκ’ ἦλθον , ἔα μ’ εἰπεῖν .
Ἀγάθων
λέγε .
Εὐριπίδης
177 Ἀγάθων , σοφοῦ πρὸς ἀνδρός , ὅστις ἐν βραχεῖ
178 πολλοὺς καλῶς οἷός τε συντέμνειν λόγους .
179 ἐγὼ δὲ καινῇ ξυμφορᾷ πεπληγμένος
180 ἱκέτης ἀφῖγμαι πρὸς σέ .
Ἀγάθων
τοῦ χρείαν ἔχων ;
Εὐριπίδης
181 μέλλουσί μ’ αἱ γυναῖκες ἀπολεῖν τήμερον
182 τοῖς Θεσμοφορίοις , ὅτι κακῶς αὐτὰς λέγω .
Ἀγάθων
183 τίς οὖν παρ’ ἡμῶν ἐστιν ὠφέλειά σοι ;
Εὐριπίδης
184 πᾶσ’ · ἐὰν γὰρ ἐγκαθεζόμενος λάθρᾳ
185 ἐν ταῖς γυναιξίν , ὡς δοκῶν εἶναι γυνή ,
186 ὑπεραποκρίνῃ μου , σαφῶς σώσεις ἐμέ .
187 μόνος γὰρ ἂν λέξειας ἀξίως ἐμοῦ .
Ἀγάθων
188 ἔπειτα πῶς οὐκ αὐτὸς ἀπολογεῖ παρών ;