Μνησίλοχος
130 ὡς ἡδὺ τὸ μέλος πότνιαι Γενετυλλίδες
131 καὶ θηλυδριῶδες καὶ κατεγλωττισμένον
132 καὶ μανδαλωτόν , ὥστ’ ἐμοῦ γ’ ἀκροωμένου
133 ὑπὸ τὴν ἕδραν αὐτὴν ὑπῆλθε γάργαλος .
134 καί σ’ νεανίσχ’ ὅστις εἶ , κατ’ Αἰσχύλον
135 ἐκ τῆς Λυκουργείας ἐρέσθαι βούλομαι .
136 ποδαπὸς γύννις ; τίς πάτρα ; τίς στολή ;
137 τίς τάραξις τοῦ βίου ; τί βάρβιτος
138 λαλεῖ κροκωτῷ ; τί δὲ λύρα κεκρυφάλῳ ;
139 τί λήκυθος καὶ στρόφιον ; ὡς οὐ ξύμφορον .
140 τίς δαὶ κατόπτρου καὶ ξίφους κοινωνία ;
141 τίς δ’ αὐτὸς παῖ ; πότερον ὡς ἀνὴρ τρέφει ;
142 καὶ ποῦ πέος ; ποῦ χλαῖνα ; ποῦ Λακωνικαί ;
143 ἀλλ’ ὡς γυνὴ δῆτ’ · εἶτα ποῦ τὰ τιτθία ;
144 τί φῄς ; τί σιγᾷς ; ἀλλὰ δῆτ’ ἐκ τοῦ μέλους
145 ζητῶ σ’ , ἐπειδή γ’ αὐτὸς οὐ βούλει φράσαι ;