Μνησίλοχος
19 διὰ τὴν χοάνην οὖν μήτ’ ἀκούω μήθ’ ὁρῶ ;
20 νὴ τὸν Δί’ ἥδομαί γε τουτὶ προσμαθών .
21 οἷόν γέ που ’στιν αἱ σοφαὶ ξυνουσίαι .
Εὐριπίδης
22 πόλλ’ ἂν μάθοις τοιαῦτα παρ’ ἐμοῦ .
Μνησίλοχος
πῶς ἂν οὖν
23 πρὸς τοῖς ἀγαθοῖς τούτοισιν ἐξεύροιμ’ ὅπως
24 ἔτι προσμάθοιμι χωλὸς εἶναι τὼ σκέλει ;
Εὐριπίδης
25 βάδιζε δευρὶ καὶ πρόσεχε τὸν νοῦν .
Μνησίλοχος
ἰδού .
Εὐριπίδης
26 ὁρᾷς τὸ θύριον τοῦτο ;
Μνησίλοχος
νὴ τὸν Ἡρακλέα
27 οἶμαί γε .
Εὐριπίδης
σίγα νυν .
Μνησίλοχος
σιωπῶ τὸ θύριον ;
Εὐριπίδης
28 ἄκου’ .
Μνησίλοχος
ἀκούω καὶ σιωπῶ τὸ θύριον ;
Εὐριπίδης
29 ἐνταῦθ’ Ἀγάθων κλεινὸς οἰκῶν τυγχάνει
30 τραγῳδοποιός .
Μνησίλοχος
ποῖος οὗτος Ἁγάθων ;
Εὐριπίδης
31 ἔστιν τις Ἀγάθων
Μνησίλοχος
μῶν μέλας καρτερός ;
Εὐριπίδης
32 οὔκ , ἀλλ’ ἕτερός τις · οὐχ ἑόρακας πώποτε ;
Μνησίλοχος
33 μῶν δασυπώγων ;
Εὐριπίδης
οὐχ ἑόρακας πώποτε ;
Μνησίλοχος
34 μὰ τὸν Δί’ οὔτοι γ’ ὥστε καί μέ γ’ εἰδέναι .
Εὐριπίδης
35 καὶ μὴν βεβίνηκας σύ γ’ , ἀλλ’ οὐκ οἶσθ’ ἴσως .
36 ἀλλ’ ἐκποδὼν πτήξωμεν , ὡς ἐξέρχεται
37 θεράπων τις αὐτοῦ πῦρ ἔχων καὶ μυρρίνας ·
38 προθυσόμενος ἔοικε τῆς ποιήσεως .