Χορός
939 ὡς πάνθ’ ὅσ’ ἂν θεὸς θέλῃ χἠ τύχη κατορθοῖ ,
940 χωρεῖ κατὰ νοῦν , ἕτερον δ’ ἑτέρῳ
941 τούτων κατὰ καιρὸν ἀπαντᾷ .
Τρυγαῖος
942 ὡς ταῦτα δῆλά γ’ ἔσθ’ · γὰρ βωμὸς θύρασι καὶ δή .
Χορός
943 ἐπείγετέ νυν ἐν ὅσῳ
944 σοβαρὰ θεόθεν κατέχει
945 πολέμου μετάτροπος αὔρα .
946 νῦν γὰρ δαίμων φανερῶς
947 εἰς ἀγαθὰ μεταβιβάζει .
Τρυγαῖος
948 τὸ κανοῦν πάρεστ’ ὀλὰς ἔχον καὶ στέμμα καὶ μάχαιραν ,
949 καὶ πῦρ γε τουτί , κοὐδὲν ἴσχει πλὴν τὸ πρόβατον ὑμᾶς .
Χορός
950 οὔκουν ἁμιλλήσεσθον ; ὡς
951 ἢν Χαῖρις ὑμᾶς ἴδῃ ,
952 πρόσεισιν αὐλήσων ἄκλητος ,
953 κᾆτα τοῦτ’ εὖ οἶδ’ ὅτι
954 φυσῶντι καὶ πονουμένῳ
955 προσδώσετε δήπου .
Τρυγαῖος
956 ἄγε δὴ τὸ κανοῦν λαβὼν σὺ καὶ τὴν χέρνιβα
957 περίιθι τὸν βωμὸν ταχέως ἐπιδέξια .
Οἰκέτης
958 ἰδού · λεγοις ἂν ἄλλο · περιελήλυθα .
Τρυγαῖος
959 φέρε δὴ τὸ δαλίον τόδ’ ἐμβάψω λαβών ,
960 σείου σὺ ταχέως · σὺ δὲ πρότεινε τῶν ὀλῶν ,
961 καὐτός γε χερνίπτου παραδοὺς ταύτην ἐμοί ,