Ἑρμῆς
603 σοφώτατοι γεωργοί , τἀμὰ δὴ ξυνίετε
604 ῥήματ’ , εἰ βούλεσθ’ ἀκοῦσαι τήνδ’ ὅπως ἀπώλετο .
605 πρῶτα μὲν γὰρ αὐτῆς ἦρξεν Φειδίας πράξας κακῶς ·
606 εἶτα Περικλέης φοβηθεὶς μὴ μετάσχοι τῆς τύχης ,
607 τὰς φύσεις ὑμῶν δεδοικὼς καὶ τὸν αὐτοδὰξ τρόπον ,
608 πρὶν παθεῖν τι δεινὸν αὐτός , ἐξέφλεξε τὴν πόλιν .
609 ἐμβαλὼν σπινθῆρα μικρὸν Μεγαρικοῦ ψηφίσματος ,
610 ἐξεφύσησεν τοσοῦτον πόλεμον ὥστε τῷ καπνῷ
611 πάντας Ἕλληνας δακρῦσαι , τούς τ’ ἐκεῖ τούς τ’ ἐνθάδε .
612 ὡς δ’ ἅπαξ τὸ πρῶτον ἄκουσ’ ἐψόφησεν ἄμπελος
613 καὶ πίθος πληγεὶς ὑπ’ ὀργῆς ἀντελάκτισεν πίθῳ ,
614 οὐκέτ’ ἦν οὐδεὶς παύσων , ἥδε δ’ ἠφανίζετο .
Τρυγαῖος
615 ταῦτα τοίνυν μὰ τὸν Ἀπόλλω ’γὼ ’πεπύσμην οὐδενός ,
616 οὐδ’ ὅπως αὐτῇ προσήκοι Φειδίας ἠκηκόη .
Χορός
617 οὐδ’ ἔγωγε πλήν γε νυνί . ταῦτ’ ἄρ’ εὐπρόσωπος ἦν ,
618 οὖσα συγγενὴς ἐκείνου . πολλά γ’ ἡμᾶς λανθάνει .