Πόλεμος
246 Μέγαρα Μέγαρ’ ὡς ἐπιτετρίψεσθ’ αὐτίκα
247 ἁπαξάπαντα καταμεμυττωτευμένα .
Τρυγαῖος
248 βαβαὶ βαβαιὰξ ὡς μεγάλα καὶ δριμέα
249 τοῖσι Μεγαρεῦσιν ἐνέβαλεν τὰ κλαύματα .
Πόλεμος
250 ἰὼ Σικελία καὶ σὺ δ’ ὡς ἀπόλλυσαι .
Τρυγαῖος
251 οἵα πόλις τάλαινα διακναισθήσεται .
Πόλεμος
252 φέρ’ ἐπιχέω καὶ τὸ μέλι τουτὶ τἀττικόν .
Τρυγαῖος
253 οὗτος παραινῶ σοι μέλιτι χρῆσθἀτέρῳ .
254 τετρώβολον τοῦτ’ ἐστί · φείδου τἀττικοῦ .
Πόλεμος
255 παῖ παῖ Κυδοιμέ .
Κύδοιμος
τί με καλεῖς ;
Πόλεμος
κλαύσει μακρά .
256 ἕστηκας ἀργός ; οὑτοσί σοι κόνδυλος .
Κύδοιμος
257 ὡς δριμύς . οἴμοι μοι τάλας δέσποτα .
258 μῶν τῶν σκορόδων ἐνέβαλες ἐς τὸν κόνδυλον ;
Πόλεμος
259 οἴσεις ἀλετρίβανον τρέχων ;
Κύδοιμος
ἀλλ’ μέλε
260 οὐκ ἔστιν ἡμῖν · ἐχθὲς εἰσῳκίσμεθα .
Πόλεμος
261 οὔκουν παρ’ Ἀθηναίων μεταθρέξει ταχὺ πάνυ ;
Κύδοιμος
262 ἔγωγε νὴ Δί’ · εἰ δὲ μή γε , κλαύσομαι .
Τρυγαῖος
263 ἄγε δὴ τί δρῶμεν πόνηρ’ ἀνθρώπια ;
264 ὁρᾶτε τὸν κίνδυνον ἡμῖν ὡς μέγας ·
265 εἴπερ γὰρ ἥξει τὸν ἀλετρίβανον φέρων ,
266 τούτῳ ταράξει τὰς πόλεις καθήμενος .
267 ἀλλ’ Διόνυσ’ ἀπόλοιτο καὶ μὴ ’λθοι φέρων .