Ἀλλαντοπώλης
391 ἀλλ’ ὅμως οὗτος τοιοῦτος ὢν ἅπαντα τὸν βίον ,
392 κᾆτ’ ἀνὴρ ἔδοξεν εἶναι , τἀλλότριον ἀμῶν θέρος .
393 νῦν δὲ τοὺς στάχυς ἐκείνους , οὓς ἐκεῖθεν ἤγαγεν ,
394 ἐν ξύλῳ δήσας ἀφαύει κἀποδόσθαι βούλεται .
Κλέων
395 οὐ δέδοιχ’ ὑμᾶς , ἕως ἂν ζῇ τὸ βουλευτήριον
396 καὶ τὸ τοῦ δήμου πρόσωπον μακκοᾷ καθήμενον .
Χορός
398 ὡς δὲ πρὸς πᾶν ἀναιδεύεται κοὐ μεθίστησι
399 τοῦ χρώματος τοῦ παρεστηκότος .
400 εἴ σε μὴ μισῶ , γενοίμην ἐν Κρατίνου κῴδιον ,
401 καὶ διδασκοίμην προσᾴδειν Μορσίμου τραγῳδίᾳ .
402 περὶ πάντ’ ἐπὶ πᾶσί τε πράγμασι
403 δωροδόκοισιν ἐπ’ ἄνθεσιν ἵζων ,
404 εἴθε φαύλως ὥσπερ ηὗρες ἐκβάλοις τὴν ἔνθεσιν .
405 ᾄσαιμι γὰρ τότ’ ἂν μόνον ,
406 " πῖνε πῖν’ ἐπὶ συμφοραῖς . "
407 τὸν Ἰουλίου τ’ ἂν οἴομαι γέροντα πυροπίπην
408 ἡσθέντ’ ἰηπαιωνίσαι καὶ βακχέβακχον ᾆσαι .
Κλέων
409 οὔτοί μ’ ὑπερβαλεῖσθ’ ἀναιδείᾳ μὰ τὸν Ποσειδῶ ,
410 μή ποτ’ ἀγοραίου Διὸς σπλάλχνοισι παραγενοίμην .
Ἀλλαντοπώλης
411 ἔγωγε νὴ τοὺς κονδύλους οὓς πολλὰ δὴ ’πὶ πολλοῖς
412 ἠνεσχόμην ἐκ παιδίων , μαχαιρίδων τε πληγάς ,
413 ὑπερβαλεῖσθαί σ’ οἴομαι τούτοισιν , μάτην γ’ ἂν
414 ἀπομαγδαλιὰς σιτούμενος τοσοῦτος ἐκτραφείην .