Κλέων
255 γέροντες ἡλιασταί , φράτερες τριωβόλου ,
256 οὓς ἐγὼ βόσκω κεκραγὼς καὶ δίκαια κἄδικα ,
257 παραβοηθεῖθ’ , ὡς ὑπ’ ἀνδρῶν τύπτομαι ξυνωμοτῶν .
Χορός
258 ἐν δίκῃ γ’ , ἐπεὶ τὰ κοινὰ πρὶν λαχεῖν κατεσθίεις ,
259 κἀποσυκάζεις πιέζων τοὺς ὑπευθύνους σκοπῶν ,
260 ὅστις αὐτῶν ὠμός ἐστιν πέπων μὴ πέπων ,
261 κἄν τιν’ αὐτῶν γνῷς ἀπράγμον’ ὄντα καὶ κεχηνότα ,
262 καταγαγὼν ἐκ Χερρονήσου διαβαλὼν ἀγκυρίσας
263 εἶτ’ ἀποστρέψας τὸν ὦμον αὐτὸν ἐνεκολήβασας ·
264 καὶ σκοπεῖς γε τῶν πολιτῶν ὅστις ἐστὶν ἀμνοκῶν ,
265 πλούσιος καὶ μὴ πονηρὸς καὶ τρέμων τὰ πράγματα .
Κλέων
266 ξυνεπίκεισθ’ ὑμεῖς ; ἐγὼ δ’ ἄνδρες δι’ ὑμᾶς τύπτομαι ,
267 ὅτι λέγειν γνώμην ἔμελλον ὡς δίκαιον ἐν πόλει
268 ἑστάναι μνημεῖον ὑμῶν ἐστιν ἀνδρείας χάριν .
Χορός
269 ὡς δ’ ἀλαζών , ὡς δὲ μάσθλης · εἶδες οἷ’ ὑπέρχεται
270 ὡσπερεὶ γέροντας ἡμᾶς καὶ κοβαλικεύεται ;
271 ἀλλ’ ἐὰν ταύτῃ γε νικᾷ , ταυτῃὶ πεπλήξεται ·
272 ἢν δ’ ὑπεκκλίνῃ γε δευρί , τὸ σκέλος κυρηβάσει .
Κλέων
273 πόλις καὶ δῆμ’ ὑφ’ οἵων θηρίων γαστρίζομαι .
Χορός
274 καὶ κέκραγας , ὥσπερ ἀεὶ τὴν πόλιν καταστρέφει ;
Κλέων
275 ἀλλ’ ἐγώ σε τῇ βοῇ ταύτῃ γε πρῶτα τρέψομαι .