Νικίας
97 οἴμοι τί ποθ’ ἡμᾶς ἐργάσει τῷ σῷ πότῳ ;
Δημοσθένης
98 ἀγάθ’ · ἀλλ’ ἔνεγκ’ · ἐγὼ δὲ κατακλινήσομαι .
99 ἢν γὰρ μεθυσθῶ , πάντα ταυτὶ καταπάσω
100 βουλευματίων καὶ γνωμιδίων καὶ νοιδίων .
Νικίας
101 ὡς εὐτυχῶς ὅτι οὐκ ἐλήφθην ἔνδοθεν
102 κλέπτων τὸν οἶνον .
Δημοσθένης
εἰπέ μοι Παφλαγὼν τί δρᾷ ;
Νικίας
103 ἐπίπαστα λείξας δημιόπραθ’ βάσκανος
104 ῥέγκει μεθύων ἐν ταῖσι βύρσαις ὕπτιος .
Δημοσθένης
105 ἴθι νυν ἄκρατον ἐγκάναξόν μοι πολὺν
106 σπονδήν .
Νικίας
λαβὲ δὴ καὶ σπεῖσον ἀγαθοῦ δαίμονος .
Δημοσθένης
107 ἕλχ’ ἕλκε τὴν τοῦ δαίμονος τοῦ Πραμνίου .
108 δαῖμον ἀγαθὲ σὸν τὸ βούλευμ’ , οὐκ ἐμόν .
Νικίας
109 εἴπ’ , ἀντιβολῶ , τί ἔστι ;
Δημοσθένης
τοὺς χρησμοὺς ταχὺ
110 κλέψας ἔνεγκε τοῦ Παφλαγόνος ἔνδοθεν ,
111 ἕως καθεύδει .
Νικίας
ταῦτ’ . ἀτὰρ τοῦ δαίμονος
112 δέδοιχ’ ὅπως μὴ τεύξομαι κακοδαίμονος .
Δημοσθένης
113 φέρε νυν ἐγὼ μ’ αὐτῷ προσαγάγω τὸν χοᾶ .
114 τὸν νοῦν ἵν’ ἄρδω καὶ λέγω τι δεξιόν .
Νικίας
115 ὡς μεγάλ’ Παφλαγὼν πέρδεται καὶ ῥέγκεται ,
116 ὥστ’ ἔλαθον αὐτὸν τὸν ἱερὸν χρησμὸν λαβών ,