Διόνυσος
417 ἐγὼ δ’ ἀεί πως φιλακόλου -
418 θός εἰμι καὶ μετ’ αὐτῆς
419 παίζων χορεύειν βούλομαι .
Ξανθίας
κἄγωγε πρός .
Χορός
420 βούλεσθε δῆτα κοινῇ
421 σκώψωμεν Ἀρχέδημον ;
422 ὃς ἑπτέτης ὢν οὐκ ἔφυσε φράτερας .
423 νυνὶ δὲ δημαγωγεῖ
424 ἐν τοῖς ἄνω νεκροῖσι ,
425 κἀστὶν τὰ πρῶτα τῆς ἐκεῖ μοχθηρίας .
426 τὸν Κλεισθένους δ’ ἀκούω
427 ἐν ταῖς ταφαῖσι πρωκτὸν
428 τίλλειν ἑαυτοῦ καὶ σπαράττειν τὰς γνάθους ·
429 κἀκόπτετ’ ἐγκεκυφώς ,
430 κἄκλαε κἀκεκράγει
431 Σεβῖνον ὅστις ἐστὶν ἁναφλύστιος .
432 καὶ Καλλίαν γέ φασι
433 τοῦτον τὸν Ἱπποβίνου
434 κύσθου λεοντῆν ναυμαχεῖν ἐνημμένον .
Διόνυσος
435 ἔχοιτ’ ἂν οὖν φράσαι νῷν
436 Πλούτων’ ὅπου ’νθάδ’ οἰκεῖ ;
437 ξένω γάρ ἐσμεν ἀρτίως ἀφιγμένω .
Χορός
438 μηδὲν μακρὰν ἀπέλθῃς ,
439 μηδ’ αὖθις ἐπανέρῃ με ,
440 ἀλλ’ ἴσθ’ ἐπ’ αὐτὴν θύραν ἀφιγμένος .
Διόνυσος
441 αἴροι’ ἂν αὖθις παῖ .
Ξανθίας
442 τουτὶ τί ἦν τὸ πρᾶγμα ;
443 ἀλλ’ Διὸς Κόρινθος ἐν τοῖς στρώμασιν .