Βλέπυρος
357 νὴ τὸν Διόνυσον ἐνέχεται γοῦν μοι σφόδρα .
358 ἀτὰρ τί δράσω ; καὶ γὰρ οὐδὲ τοῦτό με
359 μόνον τὸ λυποῦν ἐστιν , ἀλλ’ ὅταν φάγω ,
360 ὅποι βαδιεῖταί μοι τὸ λοιπὸν κόπρος .
361 νῦν μὲν γὰρ οὗτος βεβαλάνωκε τὴν θύραν ,
362 ὅστις ποτ’ ἔσθ’ ἅνθρωπος ἁχραδούσιος .
363 τίς ἂν οὖν ἰατρόν μοι μετέλθοι καὶ τίνα ;
364 τίς τῶν κατὰ πρωκτὸν δεινός ἐστι τὴν τέχνην ;
365 ἀλλ’ οἶδ’ , Ἀμύνων . ἀλλ’ ἴσως ἀρνήσεται .
366 Ἀντισθένη τις καλεσάτω πάσῃ τέχνῃ .
367 οὗτος γὰρ ἁνὴρ ἕνεκά γε στεναγμάτων
368 οἶδεν τί πρωκτὸς βούλεται χεζητιῶν .
369 πότνι’ Εἰλείθυια μή με περιίδῃς
370 διαρραγέντα μηδὲ βεβαλανωμένον ,
371 ἵνα μὴ γένωμαι σκωραμὶς κωμῳδική .
Χρέμης
372 οὗτος τί ποιεῖς ; οὔτι που χέζεις ;
Βλέπυρος
ἐγώ ;
373 οὐ δῆτ’ ἔτι γε μὰ τὸν Δί’ , ἀλλ’ ἀνίσταμαι .
Χρέμης
374 τὸ τῆς γυναικὸς δ’ ἀμπέχει χιτώνιον ;
Βλέπυρος
375 ἐν τῷ σκότῳ γὰρ τοῦτ’ ἔτυχον ἔνδον λαβών .