Βλέπυρος
311 τί τὸ πρᾶγμα ; ποῖ ποθ’ γυνὴ φρούδη ’στί μοι ;
312 ἐπεὶ πρὸς ἕω νῦν γ’ ἔστιν , δ’ οὐ φαίνεται .
313 ἐγὼ δὲ κατάκειμαι πάλαι χεζητιῶν ,
314 τὰς ἐμβάδας ζητῶν λαβεῖν ἐν τῷ σκότῳ
315 καὶ θοἰμάτιον · ὅτε δὴ δ’ ἐκεῖνο ψηλαφῶν
316 οὐκ ἐδυνάμην εὑρεῖν , δ’ ἤδη τὴν θύραν
317 ἐπεῖχε κρούων κοπρεαῖος , λαμβάνω
318 τουτὶ τὸ τῆς γυναικὸς ἡμιδιπλοίδιον ,
319 καὶ τὰς ἐκείνης Περσικὰς ὑφέλκομαι .
320 ἀλλ’ ἐν καθαρῷ ποῦ , ποῦ τις ἂν χέσας τύχοι ;
321 πανταχοῦ τοι νυκτός ἐστιν ἐν καλῷ ;
322 οὐ γάρ με νῦν χέζοντά γ’ οὐδεὶς ὄψεται .
323 οἴμοι κακοδαίμων , ὅτι γέρων ὢν ἠγόμην
324 γυναῖχ’ · ὅσας εἴμ’ ἄξιος πληγὰς λαβεῖν .
325 οὐ γάρ ποθ’ ὑγιὲς οὐδὲν ἐξελήλυθεν
326 δράσουσ’ . ὅμως δ’ οὖν ἐστιν ἀποπατητέον .
Ἀνήρ
327 τίς ἔστιν ; οὐ δήπου Βλέπυρος γειτνιῶν ;
Βλέπυρος
328 νὴ τὸν Δί’ αὐτὸς δῆτ’ ἐκεῖνος .
Ἀνήρ
εἰπέ μοι ,
329 τί τοῦτό σοι τὸ πυρρόν ἐστιν ; οὔτι που
330 Κινησίας σου κατατετίληκέν ποθεν ;