Πραξάγορα
93 ἰδού γέ σε ξαίνουσαν , ἣν τοῦ σώματος
94 οὐδὲν παραφῆναι τοῖς καθημένοις ἔδει .
95 οὐκοῦν καλά γ’ ἂν πάθοιμεν , εἰ πλήρης τύχοι
96 δῆμος ὢν κἄπειθ’ ὑπερβαίνουσά τις
97 ἀναβαλλομένη δείξειε τὸν Φορμίσιον .
98 ἢν δ’ ἐγκαθεζώμεσθα πρότεραι , λήσομεν
99 ξυστειλάμεναι θαἰμάτια · τὸν πώγωνά τε
100 ὅταν καθῶμεν ὃν περιδησόμεσθ’ ἐκεῖ ,
101 τίς οὐκ ἂν ἡμᾶς ἄνδρας ἡγήσαιθ’ ὁρῶν ;
Γυνὴ
102 Ἀγύρριος γοῦν τὸν Προνόμου πώγων’ ἔχων
103 λέληθε · καίτοι πρότερον ἦν οὗτος γυνή ·
104 νυνὶ δ’ , ὁρᾷς , πράττει τὰ μέγιστ’ ἐν τῇ πόλει .
Πραξάγορα
105 τούτου γε τοίνυν τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν
106 τόλμημα τολμῶμεν τοσοῦτον οὕνεκα ,
107 ἤν πως παραλαβεῖν τῆς πόλεως τὰ πράγματα
108 δυνώμεθ’ , ὥστ’ ἀγαθόν τι πρᾶξαι τὴν πόλιν ·
109 νῦν μὲν γὰρ οὔτε θέομεν οὔτ’ ἐλαύνομεν .
Γυνὴ
110 καὶ πῶς γυναικῶν θηλύφρων ξυνουσία
111 δημηγορήσει ;
Πραξάγορα
πολὺ μὲν οὖν ἄριστά που .
112 λέγουσι γὰρ καὶ τῶν νεανίσκων ὅσοι
113 πλεῖστα σποδοῦνται , δεινοτάτους εἶναι λέγειν ·
114 ἡμῖν δ’ ὑπάρχει τοῦτο κατὰ τύχην τινά .
Γυνὴ
115 οὐκ οἶδα · δεινὸν δ’ ἐστὶν μὴ ’μπειρία .