Στρεψιάδης
1131 πέμπτη , τετράς , τρίτη , μετὰ ταύτην δευτέρα ,
1132 εἶθ’ ἣν ἐγὼ μάλιστα πασῶν ἡμερῶν
1133 δέδοικα καὶ πέφρικα καὶ βδελύττομαι ,
1134 εὐθὺς μετὰ ταύτην ἔσθ’ ἕνη τε καὶ νέα .
1135 πᾶς γάρ τις ὀμνὺς οἷς ὀφείλων τυγχάνω ,
1136 θείς μοι πρυτανεῖ’ ἀπολεῖν μέ φησι κἀξολεῖν ,
1137 κἀμοῦ μέτριά τε καὶ δίκαι’ αἰτουμένου ,
1138 " δαιμόνιε τὸ μέν τι νυνὶ μὴ λάβῃς , "
1139 " τὸ δ’ ἀναβαλοῦ μοι , τὸ δ’ ἄφες " , οὔ φασίν ποτε
1140 οὕτως ἀπολήψεσθ’ , ἀλλὰ λοιδοροῦσί με
1141 ὡς ἄδικός εἰμι , καὶ δικάσεσθαί φασί μοι .
1142 νῦν οὖν δικαζέσθων · ὀλίγον γάρ μοι μέλει ,
1143 εἴπερ μεμάθηκεν εὖ λέγειν Φειδιππίδης .
1144 τάχα δ’ εἴσομαι κόψας τὸ φροντιστήριον .
1145 παῖ , ἠμί , παῖ παῖ .
Σωκράτης
Στρεψιάδην ἀσπάζομαι .
Στρεψιάδης
1146 κἄγωγέ σ’ · ἀλλὰ τουτονὶ πρῶτον λαβέ ·
1147 χρὴ γὰρ ἐπιθαυμάζειν τι τὸν διδάσκαλον .
1148 καί μοι τὸν υἱὸν εἰ μεμάθηκε τὸν λόγον
1149 ἐκεῖνον εἴφ’ ὃν ἀρτίως εἰσήγαγες .
Σωκράτης
1150 μεμάθηκεν .
Στρεψιάδης
εὖ γ’ παμβασίλει’ Ἀπαιόλη .
Σωκράτης
1151 ὥστ’ ἀποφύγοις ἂν ἥντιν’ ἂν βούλῃ δίκην .