Σωκράτης
492 ἄνθρωπος ἀμαθὴς οὑτοσὶ καὶ βάρβαρος .
493 δέδοικά σ’ πρεσβῦτα μὴ πληγῶν δέει .
494 φέρ’ ἴδω τί δρᾷς , ἤν τίς σε τύπτῃ ;
Στρεψιάδης
τύπτομαι ,
495 ἔπειτ’ ἐπισχὼν ὀλίγον ἐπιμαρτύρομαι ,
496 εἶτ’ αὖθις ἀκαρῆ διαλιπὼν δικάζομαι .
Σωκράτης
497 ἴθι νυν κατάθου θοἰμάτιον .
Στρεψιάδης
ἠδίκηκά τι ;
Σωκράτης
498 οὔκ , ἀλλὰ γυμνοὺς εἰσιέναι νομίζεται .
Στρεψιάδης
499 ἀλλ’ οὐχὶ φωράσων ἔγωγ’ εἰσέρχομαι .
Σωκράτης
500 κατάθου . τί ληρεῖς ;
Στρεψιάδης
εἰπὲ δή νύν μοι ·
Σωκράτης
τὸ τί ;
Στρεψιάδης
501 ἢν ἐπιμελὴς καὶ προθύμως μανθάνω ,
502 τῷ τῶν μαθητῶν ἐμφερὴς γενήσομαι ;
Σωκράτης
503 οὐδὲν διοίσεις Χαιρεφῶντος τὴν φύσιν .
Στρεψιάδης
504 οἴμοι κακοδαίμων ἡμιθνὴς γενήσομαι .
Σωκράτης
505 οὐ μὴ λαλήσεις , ἀλλ’ ἀκολουθήσεις ἐμοὶ
506 ἀνύσας τι δευρὶ θᾶττον ;
Στρεψιάδης
ἐς τὼ χεῖρέ νυν
507 δός μοι μελιτοῦτταν πρότερον · ὡς δέδοικ’ ἐγὼ
508 εἴσω καταβαίνων ὥσπερ ἐς Τροφωνίου .
Σωκράτης
509 χώρει · τί κυπτάζεις ἔχων περὶ τὴν θύραν ;