Στρεψιάδης
379 δ’ ἀναγκάζων ἐστὶ τίς αὐτάς , οὐχ Ζεύς , ὥστε φέρεσθαι ;
Σωκράτης
380 ἥκιστ’ ἀλλ’ αἰθέριος Δῖνος .
Στρεψιάδης
Δῖνος ; τουτί μ’ ἐλελήθειν ,
381 Ζεὺς οὐκ ὤν , ἀλλ’ ἀντ’ αὐτοῦ Δῖνος νυνὶ βασιλεύων .
382 ἀτὰρ οὐδέν πω περὶ τοῦ πατάγου καὶ τῆς βροντῆς μ’ ἐδίδαξας .
Σωκράτης
383 οὐκ ἤκουσάς μου τὰς Νεφέλας ὕδατος μεστὰς ὅτι φημὶ
384 ἐμπιπτούσας εἰς ἀλλήλας παταγεῖν διὰ τὴν πυκνότητα ;
Στρεψιάδης
385 φέρε τουτὶ τῷ χρὴ πιστεύειν ;
Σωκράτης
ἀπὸ σαυτοῦ ’γώ σε διδάξω .
386 ἤδη ζωμοῦ Παναθηναίοις ἐμπλησθεὶς εἶτ’ ἐταράχθης
387 τὴν γαστέρα , καὶ κλόνος ἐξαίφνης αὐτὴν διεκορκορύγησεν ;
Στρεψιάδης
388 νὴ τὸν Ἀπόλλω καὶ δεινὰ ποιεῖ γ’ εὐθύς μοι , καὶ τετάρακται
389 χὤσπερ βροντὴ τὸ ζωμίδιον παταγεῖ καὶ δεινὰ κέκραγεν ·
390 ἀτρέμας πρῶτον παππὰξ παππάξ , κἄπειτ’ ἐπάγει παπαπαππάξ ,
391 χὤταν χέζω , κομιδῇ βροντᾷ παπαπαππὰξ ὥσπερ ἐκεῖναι .
Σωκράτης
392 σκέψαι τοίνυν ἀπὸ γαστριδίου τυννουτουὶ οἷα πέπορδας ·
393 τὸν δ’ Ἀέρα τόνδ’ ὄντ’ ἀπέραντον πῶς οὐκ εἰκὸς μέγα βροντᾶν ;