Πισθέταιρος
1646 οἴμοι τάλας οἷόν σε περισοφίζεται .
1647 δεῦρ’ ὡς ἔμ’ ἀποχώρησον , ἵνα τί σοι φράσω .
1648 διαβάλλεταί σ’ θεῖος πόνηρε σύ .
1649 τῶν γὰρ πατρῴων οὐδ’ ἀκαρῆ μέτεστί σοι
1650 κατὰ τοὺς νόμους · νόθος γὰρ εἶ κοὐ γνήσιος .
Ἡρακλῆς
1651 ἐγὼ νόθος ; τί λέγεις ;
Πισθέταιρος
σὺ μέντοι νὴ Δία
1652 ὤν γε ξένης γυναικός . πῶς ἄν ποτε
1653 ἐπίκληρον εἶναι τὴν Ἀθηναίαν δοκεῖς ,
1654 οὖσαν θυγατέρ’ , ὄντων ἀδελφῶν γνησίων ;
Ἡρακλῆς
1655 τί δ’ ἢν πατὴρ ἐμοὶ διδῷ τὰ χρήματα
1656 νοθεἶ ἀποθνῄσκων ;
Πισθέταιρος
νόμος αὐτὸν οὐκ ἐᾷ .
1657 οὗτος Ποσειδῶν πρῶτος , ὃς ἐπαίρει σε νῦν ,
1658 ἀνθέξεταί σου τῶν πατρῴων χρημάτων
1659 φάσκων ἀδελφὸς αὐτὸς εἶναι γνήσιος .
1660 ἐρῶ δὲ δὴ καὶ τὸν Σόλωνός σοι νόμον ·
1661 " νόθῳ δὲ μὴ εἶναι ἀγχιστείαν παίδων ὄντων "
1665 " γνησίων . ἐὰν δὲ παῖδες μὴ ὦσι γνήσιοι , τοῖς "
1666 " ἐγγυτάτω γένους μετεῖναι τῶν χρημάτων . "
Ἡρακλῆς
1667 ἐμοὶ δ’ ἄρ’ οὐδὲν τῶν πατρῴων χρημάτων