Συκοφάντης
1456 κατ’ αὖ πέτωμαι πάλιν ἐκεῖσε .
Πισθέταιρος
μανθάνω .
1457 ὡδὶ λέγεις · ὅπως ἂν ὠφλήκῃ δίκην
1458 ἐνθάδε πρὶν ἥκειν ξένος .
Συκοφάντης
πάνυ μανθάνεις .
Πισθέταιρος
1459 κἄπειθ’ μὲν πλεῖ δεῦρο , σὺ δ’ ἐκεῖσ’ αὖ πέτει
1460 ἁρπασόμενος τὰ χρήματ’ αὐτοῦ .
Συκοφάντης
πάντ’ ἔχεις .
1461 βέμβικος οὐδὲν διαφέρειν δεῖ .
Πισθέταιρος
μανθάνω
1462 βέμβικα · καὶ μὴν ἔστι μοι νὴ τὸν Δία
1463 κάλλιστα Κορκυραῖα τοιαυτὶ πτερά .
Συκοφάντης
1464 οἴμοι τάλας μάστιγ’ ἔχεις .
Πισθέταιρος
πτερὼ μὲν οὖν ,
1465 οἷσί σε ποιήσω τήμερον βεμβικιᾶν .
Συκοφάντης
1466 οἴμοι τάλας .
Πισθέταιρος
οὐ πτερυγιεῖς ἐντευθενί ;
1467 οὐκ ἀπολιβάξεις κάκιστ’ ἀπολούμενος ;
1468 πικρὰν τάχ’ ὄψει στρεψοδικοπανουργίαν .
1469 ἀπίωμεν ἡμεῖς ξυλλαβόντες τὰ πτερά .