Πισθέταιρος
1360 οὐδέν γ’ . ἐπειδήπερ γὰρ ἦλθες μέλε
1361 εὔνους , πτερώσω σ’ ὥσπερ ὄρνιν ὀρφανόν .
1362 σοὶ δ’ νεανίσκ’ οὐ κακῶς ὑποθήσομαι ,
1363 ἀλλ’ οἷάπερ αὐτὸς ἔμαθον ὅτε παῖς . σὺ γὰρ
1364 τὸν μὲν πατέρα μὴ τύπτε · ταυτηνδὶ λαβὼν
1365 τὴν πτέρυγα καὶ τουτὶ τὸ πλῆκτρον θἀτέρᾳ ,
1366 νομίσας ἀλεκτρυόνος ἔχειν τονδὶ λόφον ,
1367 φρούρει στρατεύου μισθοφορῶν σαυτὸν τρέφε ,
1368 τὸν πατέρ ἔα ζῆν · ἀλλ’ ἐπειδὴ μάχιμος εἶ ,
1369 ἐς τἀπὶ Θρᾴκης ἀποπέτου κἀκεῖ μάχου .
Πατραλοίας
1370 νὴ τὸν Διόνυσον εὖ γέ μοι δοκεῖς λέγειν ,
1371 καὶ πείσομαί σοι .
Πισθέταιρος
νοῦν ἄρ’ ἔξεις νὴ Δία .
Κινησίας
1373 ἀναπέτομαι δὴ πρὸς Ὄλυμπον πτερύγεσσι κούφαις ·
1374 πέτομαι δ’ ὁδὸν ἄλλοτ’ ἐπ’ ἄλλαν μελέων
Πισθέταιρος
1375 τουτὶ τὸ πρᾶγμα φορτίου δεῖται πτερῶν .
Κινησίας
1376 ἀφόβῳ φρενὶ σώματί τε νέαν ἐφέπων
Πισθέταιρος
1377 ἀσπαζόμεσθα φιλύρινον Κινησίαν .
1378 τί δεῦρο πόδα σὺ κυλλὸν ἀνὰ κύκλον κυκλεῖς ;
Κινησίας
1380 ὄρνις γενέσθαι βούλομαι λιγύφθογγος ἀηδών .
Πισθέταιρος
1381 παῦσαι μελῳδῶν , ἀλλ’ τι λέγεις εἰπέ μοι .
Κινησίας
1382 ὑπὸ σοῦ πτερωθεὶς βούλομαι μετάρσιος
1383 ἀναπτόμενος ἐκ τῶν νεφελῶν καινὰς λαβεῖν
1385 ἀεροδονήτους καὶ νιφοβόλους ἀναβολάς .