Κῆρυξ
1277 κλεινοτάτην αἰθέριον οἰκίσας πόλιν ,
1278 οὐκ οἷσθ’ ὅσην τιμὴν παρ’ ἀνθρώποις φέρει ,
1279 ὅσους τ’ ἐραστὰς τῆσδε τῆς χώρας ἔχεις .
1280 πρὶν μὲν γὰρ οἰκίσαι σε τήνδε τὴν πόλιν ,
1281 ἐλακωνομάνουν ἅπαντες ἄνθρωποι τότε ,
1282 ἐκόμων ἐπείνων ἐρρύπων ἐσωκράτουν
1283 σκυτάλι’ ἐφόρουν , νυνὶ δ’ ὑποστρέψαντες αὖ
1284 ὀρνιθομανοῦσι , πάντα δ’ ὑπὸ τῆς ἡδονῆς
1285 ποιοῦσιν ἅπερ ὄρνιθες ἐκμιμούμενοι ·
1286 πρῶτον μὲν εὐθὺς πάντες ἐξ εὐνῆς ἅμα
1287 ἐπέτονθ’ ἕωθεν ὥσπερ ἡμεῖς ἐπὶ νομόν ·
1288 κἄπειτ’ ἂν ἅμα κατῆραν ἐς τὰ βιβλία ·
1289 εἶτ’ ἀπενέμοντ’ ἐνταῦθα τὰ ψηφίσματα .
1290 ὠρνιθομάνουν δ’ οὕτω περιφανῶς ὥστε καὶ
1291 πολλοῖσιν ὀρνίθων ὀνόματ’ ἦν κείμενα .
1292 πέρδιξ μὲν εἷς κάπηλος ὠνομάζετο
1293 χωλός , Μενίππῳ δ’ ἦν χελιδὼν τοὔνομα ,
1294 Ὀπουντίῳ δ’ ὀφθαλμὸν οὐκ ἔχων κόραξ ,
1295 κορυδὸς Φιλοκλέει , χηναλώπηξ Θεογένει ,
1296 ἶβις Λυκούργῳ , Χαιρεφῶντι νυκτερίς ,
1297 Συρακοσίῳ δὲ κίττα · Μειδίας δ’ ἐκεῖ
1298 ὄρτυξ ἐκαλεῖτο · καὶ γὰρ ᾔκειν ὄρτυγι
1299 ὑπὸ στυφοκόπου τὴν κεφαλὴν πεπληγμένῳ .
1300 ᾖδον δ’ ὑπὸ φιλορνιθίας πάντες μέλη ,
1301 ὅπου χελιδὼν ἦν τις ἐμπεποιημένη
1302 πηνέλοψ χήν τις περιστερὰ
1303 πτέρυγες , πτεροῦ τι καὶ σμικρὸν προσῆν .
1304 τοιαῦτα μὲν τἀκεῖθεν . ἓν δέ σοι λέγω ·
1305 ἥξουσ’ ἐκεῖθεν δεῦρο πλεῖν μύριοι
1306 πτερῶν δεόμενοι καὶ τρόπων γαμψωνύχων ·
1307 ὥστε πτερῶν σοι τοῖς ἐποίκοις δεῖ ποθέν .